Τοῦ αὐτοῦ κατὰ Ἀρειανῶν λόγος πρῶτος Αἱ μὲν αἱρέσεις, ὅσαι τῆς ἀληθείας ἀπέστησαν, ἐπινοήσασαι μανίαν ἑαυταῖς φανεραὶ τυγχάνουσι, καὶ τούτων ἡ ἀσέβεια πάλαι πᾶσιν ἔκδηλος γέγονε. τὸ γὰρ «ἐξελθεῖν ἀφ’ ἡμῶν» τοὺς ταύτας ἐφευρόντας δῆλον ἂν εἴη, ὡς ἔγραψεν ὁ μακάριος Ἰωάννης, ὅτι τῶν τοιούτων οὔτε ἦν οὔτε νῦν ἐστι «μεθ’ ἡμῶν» τὸ φρόνημα. διὸ καί, ὡς εἶπεν ὁ σωτήρ. «μὴ συνάγοντες μεθ’ ἡμῶν, σκορπίζουσι» μετὰ τοῦ διαβόλου παρατηρούμενοι τοὺς κοιμωμένους, ἵνα τὸν ἴδιον ἰὸν τῆς ἀπωλείας ἐπισπείραντες ἔχωσι τοὺς συναποθνήσκοντας ἑαυτοῖς. ἐπειδὴ δὲ ἡ μία τῶν αἱρέσεων ἡ ἐσχάτη καὶ νῦν ἐξελθοῦσα πρόδρομος τοῦ Ἀντιχρίστου ἡ Ἀρειανὴ καλουμένη δόλιος οὖσα καὶ πανοῦργος βλέπουσα τὰς πρεσβυτέρας ἑαυτῆς ἀδελφὰς ἄλλας αἱρέσεις ἐκ φανεροῦ στηλιτευθείσας ὑποκρίνεται περιβαλλομένη τὰς τῶν γραφῶν λέξεις ὡς ὁ πατὴρ αὐτῆς ὁ διάβολος καὶ βιάζεται πάλιν εἰσελθεῖν εἰς τὸν παράδεισον τῆς ἐκκλησίας, ἵνα, πλάσασα ἑαυτὴν ὡς Χριστιανὴν ἀπατήσῃ τινὰς κατὰ Χριστοῦ φρονεῖν τῇ πιθανότητι τῶν παραλογισμῶν—εὔλογον γὰρ οὐδὲν παρ’ αὐτῇ—καὶ ἐπλάνησέ γε τῶν ἀφρόνων ἤδη τινάς, ὥστε τούτους μὴ μόνον φθαρῆναι τῇ ἀκοῇ, ἀλλὰ καὶ λαβόντας κατὰ τὴν Εὔαν γεύσασθαι καὶ λοιπὸν ἀγνοοῦντας νομίζειν «τὸ πικρὸν γλυκὺ» καὶ τὴν βδελυκτὴν αἵρεσιν «λέγειν καλήν».
Μετάφραση
Του ιδίου, Κατά Αρειανών λόγος πρώτος. Οι μεν αιρέσεις, όσες απομακρύνθηκαν από την αλήθεια, έχοντας επινοήσει παραφροσύνη για τον εαυτό τους, είναι πλέον φανερές, και η ασέβειά τους έχει καταστεί από παλιά ολοφάνερη σε όλους. Διότι το γεγονός ότι «εξήλθαν από ανάμεσά μας» αυτοί που τις εφηύραν καθιστά σαφές, όπως έγραψε ο μακάριος Ιωάννης, ότι το φρόνημα τέτοιων ανθρώπων ούτε ήταν ούτε είναι τώρα «μαζί μας». Γι' αυτό και, όπως είπε ο Σωτήρας: «εκείνοι που δεν συνάγουν μαζί μας, σκορπίζουν», παραμονεύοντας μαζί με τον διάβολο εκείνους που κοιμούνται, ώστε, αφού επισπείρουν τον δικό τους ιό της απώλειας, να έχουν και άλλους να πεθάνουν μαζί τους. Επειδή όμως η μία από τις αιρέσεις, η έσχατη και αυτή που εμφανίστηκε τώρα, ο πρόδρομος του Αντιχρίστου, η λεγόμενη Αρειανή, όντας δόλια και πανούργα, βλέποντας τις μεγαλύτερες αδελφές της —τις άλλες αιρέσεις— να έχουν στηλιτευθεί φανερά, υποκρίνεται και περιβάλλεται τα λόγια των Γραφών όπως ο πατέρας της ο διάβολος, και βιάζεται να εισέλθει πάλι στον παράδεισο της Εκκλησίας. Και τούτο, για να απατήσει κάποιους, πλάθοντας τον εαυτό της ως χριστιανική, ώστε να αποκτήσουν φρόνημα εναντίον του Χριστού με την πειστικότητα των παραλογισμών της —διότι τίποτε το εύλογο δεν υπάρχει σε αυτήν. Έχει μάλιστα πλανήσει ήδη ορισμένους από τους άφρονες, με αποτέλεσμα αυτοί όχι μόνο να διαφθαρούν ως προς την ακοή, αλλά λαμβάνοντας όπως η Εύα να γευθούν, και τελικά μέσα στην άγνοιά τους να νομίζουν «το πικρό γλυκό» και τη βδελυρή αίρεση να την «αποκαλούν καλή».
Περισσότερα
Λεπτομέρειες