Ἐρομένοις δὲ τῆς ἐπιπλήξεως τὴν αἰτίαν, ἀποκρινεῖται λέγων· «Ὁ ἀρνούμενος τὸν Πατέρα, καὶ τὸν Υἱόν· καὶ ὁ τὸν Υἱὸν ἀρνούμενος, οὐδὲ τὸν Πατέρα ἔχει.» Καὶ εἰκότως γε σφόδρα καὶ ἀληθῶς. Εἰ γὰρ μὴ ἔστι Πατήρ, ὅτι φύσει γεγέννηκεν, οὐδὲ τὸν Υἱὸν ὑφεστάναι δοίη τις ἄν. Υἱὸς γάρ, ὅτι γεγέννηται· καὶ εἰ μή ἐστιν Υἱὸς ὡς γεγεννημένος, οὐδὲ Πατὴρ εἴη ἂν κατά γε τὸν τοῖς νοήμασιν ἐμπρεπῆ τε καὶ ἑπόμενον λογισμόν. Πατὴρ μὲν ὅτι γεγέννηκεν. Οὐκοῦν καὶ συνυφεστάναι καὶ συναναιρεῖσθαι δι᾽ ἀμφοῖν ἑκάτερον ἀληθές, καὶ ἑνὸς ὑφεστηκότος, ὑφεστήξει που πάντως καὶ τὸ δι᾽ ὃ λέγεται καὶ ἔστιν ὅ ἐστι. Τί δὲ δὴ ἄρα καὶ φρονεῖν ἕλοιντ᾽ ἂν εἰ διαπύθοιντο λέγοντος τοῦ Χριστοῦ πρὸς τὸν ἀπειθῆ καὶ δυσήνιον τῶν Ἰουδαίων δῆμον· «Ἐγὼ ἐλήλυθα ἐν τῷ ὀνόματι τοῦ Πατρός μου καὶ οὐ λαμβάνετέ με;» Καίτοι Πατέρα μὲν οὐδαμῶς ἑαυτὸν ὠνόμαζεν ὁ Χριστός, Υἱὸν δὲ καὶ ἐκ Πατρός. Πῶς δὴ οὖν ἄρα φησὶν ὡς ἡμᾶς ἀφῖχθαι λοιπὸν «ἐν ὀνόματι τοῦ Πατρός;» Ἢ δηλονότι τὸ ἐν ὀνόματι νοητέον ἐν δόξῃ τε καὶ ἐν εὐφημίᾳ τοῦ Πατρός;
Μετάφραση
Σε εκείνους δε που ρωτούν την αιτία της επίπληξης, θα απαντήσει λέγοντας: «Εκείνος που αρνείται τον Πατέρα, αρνείται και τον Υιό· και εκείνος που αρνείται τον Υιό, δεν έχει ούτε τον Πατέρα.» Και πολύ εύλογα και αληθινά. Διότι, εάν δεν υπάρχει Πατέρας, ο οποίος κατά φύση έχει γεννήσει, δεν θα μπορούσε κανείς να δεχθεί ότι υφίσταται ούτε ο Υιός. Διότι είναι Υιός, επειδή έχει γεννηθεί· και αν δεν υπάρχει Υιός ως γεννημένος, ούτε Πατέρας θα μπορούσε να υπάρξει σύμφωνα με τον αρμόζοντα και συνεπή προς τα νοήματα συλλογισμό. Είναι Πατέρας επειδή έχει γεννήσει. Επομένως, είναι αλήθεια ότι το καθένα από τα δύο συνυπάρχει και συναναιρείται με το άλλο, και όταν το ένα υφίσταται, οπωσδήποτε θα υφίσταται και εκείνο εξαιτίας του οποίου ονομάζεται και είναι αυτό που είναι. Τι άραγε θα επέλεγαν να σκεφτούν εάν άκουγαν τον Χριστό να λέει προς τον απειθή και ανυπότακτο λαό των Ιουδαίων: «Εγώ έχω έλθει στο όνομα του Πατέρα μου και δεν με δέχεστε;» Αν και ο Χριστός σε καμία περίπτωση δεν ονόμαζε τον εαυτό του Πατέρα, αλλά Υιό και εκ του Πατρός προερχόμενο. Πώς λοιπόν λέει ότι έχει έλθει σε εμάς «στο όνομα του Πατέρα»; Ή μήπως είναι προφανές ότι η φράση «στο όνομα» πρέπει να νοηθεί εντός της δόξης και του επαίνου του Πατέρα;
Περισσότερα
Λεπτομέρειες