Μὴ τοίνυν ἐκ τῶν ἀνθρωπίνων τις σκανδαλιζέσθω, ἀλλὰ μᾶλλον γινωσκέτω, ὡς τὴν φύσιν αὐτὸς ὁ Λόγος ἀπαθής ἐστι, καὶ ὅμως δι᾽ ἣν ἐνεδύσατο σάρκα, λέγεται περὶ αὐτοῦ ταῦτα, ἐπειδὴ τῆς μὲν σαρκὸς ἴδια ταῦτα, τοῦ δὲ Σωτῆρος ἴδιον αὐτὸ τὸ σῶμα. Καὶ αὐτὸς μὲν ἀπαθὴς τὴν φύσιν, ὡς ἔστι, διαμένει, μὴ βλαπτόμενος ἀπὸ τούτων, ἀλλὰ μᾶλλον ἐξαφανίζων καὶ ἀπολλύων αὐτά· οἱ δὲ ἄνθρωποι, ὡς εἰς τὸν ἀπαθῆ μεταβάντων αὐτῶν τῶν παθῶν καὶ ἀπηλειμμένων, ἀπαθεῖς καὶ ἐλεύθεροι τούτων λοιπὸν καὶ αὐτοὶ εἰς τοὺς αἰῶνας γίγνονται, καθὼς ἐδίδαξεν ὁ Ἰωάννης λέγων· Καὶ οἴδατε, ὅτι ἐκεῖνος ἐφανερώθη, ἵνα τὰς ἁμαρτίας ἡμῶν ἄρῃ· καὶ ἁμαρτία ἐν αὐτῷ οὐκ ἔστι. Τούτου δὲ οὕτως ὄντος, οὐκ ἐγκαλέσει τις αἱρετικὸς, Διὰ τί ἀνίσταται ἡ σὰρξ φύσει θνητὴ τυγχάνουσα; Εἰ δὲ καὶ ἀνίσταται, διὰ τί μὴ πάλιν πεινᾷ καὶ διψᾷ, καὶ πάσχει, καὶ μένει θνητή; Ἐκ γὰρ τῆς γῆς γέγονε, καὶ τὸ κατὰ φύσιν πῶς ἂν ἀπ᾽ αὐτῆς παύσοιτο; Δυναμένης τότε τῆς σαρκὸς ἀποκρίνεσθαι πρὸς τὸν οὕτω φιλόνεικον αἱρετικόν· Εἰμὶ μὲν ἐκ γῆς κατὰ φύσιν θνητὴ, ἀλλ᾽ ὕστερον τοῦ Λόγου γέγονα σὰρξ, καὶ αὐτὸς ἐβάσταξέ μου τὰ πάθη, καίτοι ἀπαθὴς ὤν· ἐγὼ δὲ γέγονα τούτων ἐλευθέρα, οὐκ ἀφιεμένη δουλεύειν ἔτι τούτοις διὰ τὸν ἐλευθερώσαντά με Κύριον ἀπὸ τούτων.
Μετάφραση
Ας μην σκανδαλίζεται λοιπόν κανείς από τα ανθρώπινα, αλλά μάλλον ας γνωρίζει ότι ο ίδιος ο Λόγος είναι κατά φύσιν απαθής, και όμως, εξαιτίας της σάρκας την οποία ενδύθηκε, λέγονται αυτά για εκείνον, επειδή αυτά μεν είναι ίδια της σάρκας, το δε σώμα αποτελεί ίδιον του Σωτήρος. Και ο ίδιος παραμένει απαθής ως προς τη φύση του, όπως ακριβώς είναι, χωρίς να βλάπτεται από αυτά, αλλά μάλλον εξαφανίζοντας και εξαλείφοντάς τα· οι άνθρωποι δε, εφόσον τα πάθη αυτά μετέβησαν στον απαθή και εξαλείφθηκαν, γίνονται πλέον και οι ίδιοι απαθείς και ελεύθεροι από αυτά στους αιώνες, όπως δίδαξε ο Ιωάννης λέγοντας: «Και γνωρίζετε ότι εκείνος φανερώθηκε για να σηκώσει τις αμαρτίες μας· και αμαρτία σε αυτόν δεν υπάρχει». Εφόσον λοιπόν έτσι έχουν τα πράγματα, δεν μπορεί να κατηγορήσει κανένας αιρετικός λέγοντας: «Γιατί ανασταίνεται η σάρκα, ενώ είναι εκ φύσεως θνητή; Και αν ανασταίνεται, γιατί δεν πεινάει πάλι και δεν διψάει, και δεν πάσχει, και δεν παραμένει θνητή; Διότι προήλθε από τη γη, και πώς θα μπορούσε να πάψει το κατά φύσιν γνώρισμά της;». Τότε η σάρκα έχει τη δυνατότητα να αποκρίνεται προς τον τόσο φιλόνεικο αιρετικό: «Είμαι μεν προερχόμενη από γη και εκ φύσεως θνητή, αλλά ύστερα έγινα σάρκα του Λόγου, και αυτός βάσταξε τα δικά μου πάθη, μολονότι ήταν απαθής· εγώ δε έγινα ελεύθερη από αυτά, χωρίς να εγκαταλείπομαι πλέον στη δουλεία τους, χάρη στον Κύριο που με ελευθέρωσε από αυτά».
Περισσότερα
Λεπτομέρειες