Κατασκευάζεται τοιγαροῦν ἐντεῦθεν, ὅτι ὁ παρὰ τὸν νόμον τοῦ Θεοῦ βιοτεύων, οὐ φοβεῖται τὸν Θεόν· ὁ μὴ φοβούμενος τὸν Θεόν, οὐκ εἶδεν αὐτόν· ὁ μὴ ἰδὼν αὐτόν, οὐκ ἔχει φῶς· ὁ μὴ ἔχων φῶς, οὐκ ἐπίστευσεν εἰς Χριστόν· ὁ μὴ πιστεύσας εἰς Χριστόν, οὐκ ἔχει ζωήν· καὶ διὰ ταῦτα ὡς οὐδὲ τῆς ἀρχῆς τῆς σοφίας ἁψάμενος, ἔστι μωρός, τυφλός, ἄπιστος καὶ νεκρός· καὶ καλῶς φησὶν ὁ εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης, ὅτι Πᾶς ὁ ἁμαρτάνων οὐχ’ ἑώρακε τὸν Θεὸν οὐδὲ ἔγνωκεν αὐτόν· λέγει δὲ καὶ ὁ προφήτης Ἱερεμίας· «Τίς ἐστιν ὁ ὁμολογῶν τὸν Θεόν, καὶ ἀγνοῶν τὸν Θεόν; ὃς μοιχᾶται, ὃς ἀθετεῖ, ὃς τὴν γλῶσσαν ἐκτείνει ὡς τόξον, ὃς ἐφ’ ᾧ ψεῦδος καὶ οὐ πίστις ἐνισχύει, ὃς ἐκ κακῶν εἰς κακὰ ἐξέρχεται, ὃς κατὰ τοῦ φίλου αὐτοῦ καταπαίζει, ὃς ἀλήθειαν οὐ λαλεῖ, οὗ ἔμαθεν ἡ γλῶσσα αὐτοῦ λαλεῖν ψεῦδος, ὃς ἠδίκησε καὶ οὐκ ἐνέλιπε τοῦ ἐπιστρέψαι· τόκος ἐπὶ τόκῳ, δόλος ἐπὶ δόλῳ· βολὶς τιτρώσκουσα ἡ γλῶσσα αὐτοῦ, δόλια τὰ ῥήματα τοῦ στόματος αὐτοῦ· τῷ πλησίον αὐτοῦ λαλεῖ εἰρηνικά, καὶ ἐν ἑαυτῷ ἔχει τὴν ἔχθραν· καὶ ἐμὲ οὐκ ἔγνω φησὶν ὁ Κύριος, καὶ ἐμὲ οὐκ ἠθέλησεν εἰδέναι φησὶν ὁ Κύριος.» Ἐὰν οὖν οὗτος ἐστὶν ὁ ἀγνοῶν τὸν Θεὸν μὴ δὲ θέλων ἰδεῖν αὐτόν, τί διαφέρει τῶν μήτε ὁμολογούντων τὸν Χριστὸν ὁ τοιοῦτος μήτε πιστευόντων εἰς αὐτόν;
Μετάφραση
Συνάγεται λοιπόν από αυτά το συμπέρασμα, ότι εκείνος που ζει αντίθετα προς τον νόμο του Θεού, δεν φοβάται τον Θεό· εκείνος που δεν φοβάται τον Θεό, δεν Τον έχει δει· εκείνος που δεν Τον έχει δει, δεν έχει φως· εκείνος που δεν έχει φως, δεν έχει πιστέψει στον Χριστό· εκείνος που δεν έχει πιστέψει στον Χριστό, δεν έχει ζωή· και γι' αυτό, επειδή δεν έχει αγγίξει ούτε την αρχή της σοφίας, είναι μωρός, τυφλός, άπιστος και νεκρός. Και πολύ σωστά λέει ο ευαγγελιστής Ιωάννης, ότι «Καθένας που αμαρτάνει δεν έχει δει τον Θεό ούτε Τον έχει γνωρίσει». Λέει επίσης και ο προφήτης Ιερεμίας: «Ποιος είναι αυτός που ομολογεί τον Θεό και αγνοεί τον Θεό; Εκείνος που μοιχεύει, εκείνος που αθετεί, εκείνος που τεντώνει τη γλώσσα του σαν τόξο, εκείνος στον οποίο επικρατεί το ψέμα και όχι η πίστη, εκείνος που προχωρά από το ένα κακό στο άλλο, εκείνος που περιπαίζει τον φίλο του, εκείνος που δεν μιλά με αλήθεια, του οποίου η γλώσσα έμαθε να λέει ψέματα, εκείνος που αδίκησε και δεν σταμάτησε ώστε να επιστρέψει· τόκος πάνω στον τόκο, δόλος πάνω στον δόλο· η γλώσσα του είναι βέλος που πληγώνει, δόλια είναι τα λόγια του στόματός του· στον πλησίον του μιλά ειρηνικά, ενώ μέσα του κρύβει έχθρα· και εμένα δεν με γνώρισε, λέει ο Κύριος, και εμένα δεν θέλησε να γνωρίσει, λέει ο Κύριος». Εάν λοιπόν αυτός είναι που αγνοεί τον Θεό και δεν θέλει να Τον δει, σε τι διαφέρει ένας τέτοιος άνθρωπος από εκείνους που ούτε ομολογούν τον Χριστό ούτε πιστεύουν σε Αυτόν;
Περισσότερα
Λεπτομέρειες