Οὐκ ἔλαβε δούλου μορφήν; Οὐ κεκένωκεν ἑαυτόν, ἐν ὁμοιώματι ἀνθρώπων γενόμενος καὶ σχήματι εὑρεθεὶς ὡς ἄνθρωπος; Εἰ μὲν οὖν ἀρνοῦνται τὴν οἰκονομίαν, ἀνταναστήσονται λέγοντες οἱ θεσπέσιοι μαθηταί· «Καὶ ἡμεῖς ἐθεασάμεθα καὶ μαρτυροῦμεν ὅτι ὁ Πατὴρ ἀπέσταλκε τὸν Υἱόν, Σωτῆρα τοῦ κόσμου. 〈Καὶ〉 ὃς ἂν ὁμολογήσῃ ὅτι Ἰησοῦς ἐστιν ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, ὁ Θεὸς ἐν αὐτῷ μένει, καὶ αὐτὸς ἐν τῷ Θεῷ.» Καὶ πάλιν· «Ἐν τούτῳ γινώσκεται τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ· πᾶν πνεῦμα ὃ ὁμολογεῖ Ἰησοῦν Χριστὸν ἐν σαρκὶ ἐληλυθέναι ἐκ τοῦ Θεοῦ ἐστι, καὶ πᾶν πνεῦμα ὃ μὴ ὁμολογεῖ τὸν Ἰησοῦν ἐκ τοῦ Θεοῦ οὔκ ἐστιν.» Εἶτα, ποῖον ἂν ἔχοι λόγον τὸ ἐπ᾽ ἀνθρώπου νοεῖν ὡς παραγέγονεν ἐν σαρκί; Πρέποι δ᾽ ἂν μᾶλλον τῷ ἔξω σαρκὸς καὶ φύσεως οὐκ ὄντι τῆς καθ᾽ ἡμᾶς τὸ καὶ ἐν σαρκὶ γενέσθαι καὶ μετὰ ταύτης ἐλθεῖν εἰς τόνδε τὸν κόσμον μετὰ τοῦ μεῖναι ὃ ἦν. Οὐκοῦν, εἰ καὶ γέγονεν ἄνθρωπος, [τὸ ἀπεῖργον οὐδὲν ἐννοεῖν] δι᾽ αὐτοῦ παρῆχθαι τὰ πάντα, καθ᾽ ὃ νοεῖται Θεὸς καὶ συναΐδιος τῷ Πατρί. Οὐ γὰρ ἠλλοίωται Θεὸς ὢν ὁ Λόγος, εἰ καὶ γέγονεν ἐν προσλήψει σαρκὸς ἐψυχωμένης νοερῶς, καὶ οὐκ ἄνθρωπον ἑαυτῷ συνάψας, καθά φασιν οἱ καινοτομοῦντες τὴν πίστιν, ἀλλ᾽ αὐτὸς γενόμενος σάρξ, ὡς ἔφην, τουτέστιν ἄνθρωπος. Ἔσται γὰρ οὕτως αὐτῷ καὶ τὸ κεχρῖσθαι πρέπον καὶ διαβολῆς ἀμοιροῦν.
Μετάφραση
Δεν έλαβε μορφή δούλου; Δεν εκένωσε τον εαυτό του, γενόμενος όμοιος με τους ανθρώπους και βρισκόμενος κατά το σχήμα ως άνθρωπος; Εάν λοιπόν αρνούνται την οικονομία, θα αντισταθούν οι θεσπέσιοι μαθητές λέγοντας: «Και εμείς είδαμε και μαρτυρούμε ότι ο Πατέρας απέστειλε τον Υιό, ως Σωτήρα του κόσμου. Και όποιος ομολογήσει ότι ο Ιησούς είναι ο Υιός του Θεού, ο Θεός μένει σε αυτόν, και αυτός στον Θεό.» Και πάλι: «Από αυτό αναγνωρίζεται το Πνεύμα του Θεού: κάθε πνεύμα που ομολογεί ότι ο Ιησούς Χριστός έχει έλθει εν σαρκί, είναι από τον Θεό, και κάθε πνεύμα που δεν ομολογεί τον Ιησού δεν είναι από τον Θεό.» Έπειτα, ποια λογική θα είχε να θεωρούμε για έναν άνθρωπο ότι ήρθε εν σαρκί; Θα ταίριαζε μάλλον σε εκείνον που είναι έξω από τη σάρκα και δεν ανήκει στη δική μας φύση το να λάβει σάρκα και με αυτήν να έλθει σε αυτόν τον κόσμο, παραμένοντας ταυτόχρονα αυτό που ήταν. Επομένως, αν και έγινε άνθρωπος, τίποτε δεν εμποδίζει να εννοούμε ότι τα πάντα δημιουργήθηκαν μέσω αυτού, εφόσον νοείται ως Θεός και συναΐδιος με τον Πατέρα. Διότι ο Λόγος, όντας Θεός, δεν αλλοιώθηκε, παρόλο που προσέλαβε σάρκα προικισμένη με λογική ψυχή, και δεν ένωσε απλώς έναν άνθρωπο με τον εαυτό του, όπως ισχυρίζονται όσοι καινοτομούν στην πίστη, αλλά ο ίδιος έγινε σάρκα, όπως είπα, δηλαδή άνθρωπος. Διότι έτσι του ταιριάζει και το να έχει χρισθεί, παραμένοντας απαλλαγμένο από κάθε μομφή.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες