Ἡδυνομένη γὰρ ὅλη ὑπ’ ἐκείνης τῆς ἀφράστου γλυκύτητος οὐδὲν ἕτερον δύναται τότε ἐννοεῖν, ἐπειδὴ ἀνενδότῳ τινὶ εὐφραίνεται χαρᾷ. Ἐὰν δὲ ἀμφιβολίαν ὅλως ἢ ῥυπαράν τινα ἔννοιαν ὁ νοῦς ἐν τῷ ἐνεργεῖσθαι συλλάβῃ, εἰ καὶ τῷ ἁγίῳ κέχρηται ὀνόματι πρὸς ἄμυναν τοῦ κακοῦ καὶ οὐχὶ δὴ μᾶλλον πρὸς ἀγάπην μόνον τοῦ θεοῦ, δεῖ νοεῖν ὅτι ἐκ τοῦ ἀπατεῶνός ἐστιν ἐκείνη ἡ παράκλησις χαρᾶς ἐμφάσει· ἡ δὲ χαρὰ ἐκείνη ἄποιός ἐστι καὶ ἀδιάθετος ὅλη μοιχεύεσθαι θέλοντος τοῦ ἐχθροῦ τὴν ψυχήν. Ὅταν γὰρ ἴδῃ τὸν νοῦν τῇ πείρᾳ τῆς ἑαυτοῦ αἰσθήσεως ἀκριβῶς καυχώμενον, τότε παρακλήσεσί τισιν, ὡς ἔφην, χρηστοφανέσι προσκαλεῖται τὴν ψυχήν, ἵνα διαφορουμένης αὐτῆς ὑπὸ τῆς χαύνης ἐκείνης καὶ καθύγρου ἡδύτητος ἀγνώριστος αὐτῇ γένοιτο ἡ μίξις τοῦ δολίου. Ἐκ τούτου οὖν γνωσόμεθα τὸ πνεῦμα τῆς ἀληθείας καὶ τὸ πνεῦμα τῆς πλάνης.
Μετάφραση
Διότι, καθώς η ψυχή γεμίζει ολόκληρη από ηδονή εξαιτίας εκείνης της άρρητης γλυκύτητας, δεν μπορεί τότε να σκεφτεί τίποτε άλλο, επειδή ευφραίνεται με μια αδιάκοπη χαρά. Εάν όμως ο νους, κατά την ώρα της πνευματικής ενέργειας, συλλάβει κάποια αμφιβολία ή οποιαδήποτε ρυπαρή σκέψη, έστω κι αν χρησιμοποιεί το άγιο όνομα για άμυνα απέναντι στο κακό και όχι μάλλον αποκλειστικά από αγάπη προς τον Θεό, πρέπει να κατανοήσει ότι αυτή η παρηγοριά προέρχεται από τον απατεώνα με την επίφαση της χαράς. Εκείνη δε η χαρά στερείται ποιότητας και είναι εντελώς επιφανειακή, καθώς ο εχθρός επιθυμεί να διαφθείρει την ψυχή. Διότι, όταν δει τον νου να καυχάται με σιγουριά για την εμπειρία της δικής του αίσθησης, τότε προσελκύει την ψυχή με κάποιες παρηγοριές που έχουν την όψη του αγαθού, όπως προείπα, ώστε, καθώς αυτή διασκορπίζεται από εκείνη τη χαύνουσα και νοσηρή γλυκύτητα, να περάσει απαρατήρητη η ανάμειξη του δόλιου. Από αυτό, λοιπόν, θα γνωρίσουμε το πνεύμα της αλήθειας και το πνεύμα της πλάνης.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες