Εὐλαβούμενος πάλιν καμμύει καὶ ἀναβλέπει, ποτὲ μὲν φοβούμενος, ποτὲ δὲ καταφρονῶν, καὶ οὕτω κενεμβατῶν τῷ ὄμματι τῇ ἁμαρτίᾳ ὑπνοῖ, τὸ φῶς τῆς ἁγνείας ἀπολιπὼν καὶ τὸ σκότος τῆς μοιχείας ἐπισπασάμενος. Οὕτως ἔλεγεν ὁ Ἰώβ· 〈Ὀφθαλμὸς δὲ μοιχοῦ ἐφύλαξε σκότος.〉 Ἵνα οὖν μὴ πάλιν τοῦτο ἐκ δευτέρου ὑπομείνῃ ὁ Δαυίδ, τὸν θεὸν παρεκάλει· 〈Φώτισον τοὺς ὀφθαλμούς μου, μή ποτε ὑπνώσω εἰς θάνατον. Φώτισον τοὺς ὀφθαλμούς μου,〉 δαπανηθέντας τοῖς δάκρυσι, 〈μή ποτε ὑπνώσω εἰς θάνατον,〉 οὐ τὸν κοινὸν τοῦ γένους θεριστήν, ἀλλὰ τὸν ἴδιον τῶν ἁμαρτωλῶν ὀλοθρευτήν. Θάνατος γὰρ κυρίως ἐκεῖνος, οὐχ ὁ χωρίζων τὴν ψυχὴν ἀπὸ τοῦ σώματος, ἀλλ᾽ ὁ διαχωρίζων τὴν ψυχὴν ἀπὸ τοῦ θεοῦ. Ὁ θεὸς ζωή ἐστιν· ὁ δὲ τῆς ζωῆς χωριζόμενος τέθνηκεν. Ὥσπερ 〈ἔστιν ἁμαρτία πρὸς θάνατον καὶ ἔστιν ἁμαρτία οὐ πρὸς θάνατον,〉 καθὼς λέγει ὁ Ἰωάννης ἐν τῇ ἐπιστολῇ, οὕτω καὶ ὕπνος ἐστίν, ὁ μὲν πρὸς θάνατον, ὁ δὲ οὐ πρὸς θάνατον. Καὶ ὁ προφήτης· 〈Ψυχὴ ἡ ἁμαρτάνουσα αὕτη καὶ ἀποθανεῖται,〉 τὴν πρὸς θεὸν παρρησίαν ὡς ζωὴν ἀποβάλλουσα.
Μετάφραση
Συστέλλεται, πάλι κλείνει τα μάτια και τα ξανανοίγει, πότε φοβούμενος και πότε περιφρονώντας, και βαδίζοντας έτσι στο κενό με το βλέμμα, αποκοιμιέται στην αμαρτία, εγκαταλείποντας το φως της αγνείας και προσελκύοντας επάνω του το σκοτάδι της μοιχείας. Έτσι έλεγε ο Ιώβ: «Το μάτι του μοιχού περίμενε το σκοτάδι». Για να μην το υποστεί, λοιπόν, αυτό και πάλι για δεύτερη φορά ο Δαβίδ, παρακαλούσε τον Θεό: «Φώτισε τους οφθαλμούς μου, για να μην υπνώσω ποτέ προς θάνατον. Φώτισε τους οφθαλμούς μου», που αναλώθηκαν από τα δάκρυα, «για να μην υπνώσω προς θάνατον», όχι τον κοινό θεριστή του ανθρωπίνου γένους, αλλά τον κατεξοχήν εξολοθρευτή των αμαρτωλών. Διότι θάνατος κυρίως είναι εκείνος, όχι αυτός που χωρίζει την ψυχή από το σώμα, αλλά αυτός που διαχωρίζει την ψυχή από τον Θεό. Ο Θεός είναι ζωή· και αυτός που χωρίζεται από τη ζωή έχει πεθάνει. Όπως «υπάρχει αμαρτία προς θάνατον και υπάρχει αμαρτία όχι προς θάνατον», καθώς λέει ο Ιωάννης στην επιστολή του, έτσι υπάρχει και ύπνος, ο ένας προς θάνατον, και ο άλλος όχι προς θάνατον. Και ο προφήτης αναφέρει: «Η ψυχή που αμαρτάνει, αυτή και θα πεθάνει», αποβάλλοντας την παρρησία προς τον Θεό, η οποία είναι η ζωή.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες