Καὶ πάλιν ἑαυτῷ πρόσωπον ποιησάμενος, ἑαυτὸν ἠρώτα· Οὐδὲ προσκυνητόν ἐστιν; ἔπειτα αὐτὸς ἑαυτῷ· Οὐκ ἔστιν· οὐδὲ γὰρ γέγραπται. Εἶτα πάλιν λαβὼν Ὀρθοδόξου πρόσωπον, λέγει· Εἰ ἀνθρώποις προσεκύνησαν ἄνθρωποι, φέρε εἰπεῖν, ὡς Ναθὰν ὁ προφήτης τῷ Δαβίδ· γέγραπται γάρ· «Εἰσῆλθε κατὰ πρόσωπον τοῦ βασιλέως Ναθὰν ὁ προφήτης, καὶ προσεκύνησεν αὐτὸν ἐπὶ τὴν γῆν·» διὰ τί μὴ καὶ τῷ Πνεύματι προσκυνήσομεν πρὸ πάντων ἀνθρώπων;
Μετάφραση
Και πάλι, υποδυόμενος κάποιο πρόσωπο, ρωτούσε τον εαυτό του: «Ούτε προσκυνητό είναι;» Έπειτα ο ίδιος απαντούσε στον εαυτό του: «Δεν είναι, διότι δεν είναι γεγραμμένο». Στη συνέχεια, λαμβάνοντας πάλι το πρόσωπο ενός Ορθοδόξου, λέγει: «Αν άνθρωποι προσκύνησαν ανθρώπους, λόγου χάρη, όπως ο προφήτης Νάθαν τον Δαβίδ —διότι είναι γεγραμμένο: "Εισήλθε ενώπιον του βασιλέως ο προφήτης Νάθαν, και τον προσκύνησε έως εδάφους"— γιατί να μην προσκυνήσουμε και το Πνεύμα περισσότερο από όλους τους ανθρώπους;»
Περισσότερα
Λεπτομέρειες