Καὶ κελεύεται ὁ Δαυῒδ θῦσαι [l. στῆσαι] θυσιαστήριον ἐν τῇ ἅλῳ Ὀρνία, καὶ θῦσαι· καὶ ἐποίησεν οὕτως. Ὀρνίας υἱὸς Δαυῒδ ἑστιᾷ τοὺς περὶ Ἰωὰβ καὶ Ἀβιάθαρ, ὡς βασιλεύσων. Εἰσέρχεται ἡ Βηρσαβεὲ κατὰ συμβουλὴν Νάθαν τοῦ προφήτου, καὶ ἀπαγγέλλει τῷ Δαυΐδ· μεταξὺ δὲ λαλούσης ἐκείνης εἰσῆλθε καὶ ὁ Νάθαν, κατασκευάσαντες ὥστε βασιλεῦσαι τὸν Σολομῶνα. Ἐξῆλθον ἐπιβιβάσαντες τὸν Σολομῶνα τῇ ἡμιόνῳ τῇ βασιλικῇ. Τότε ὁ προφήτης Νάθαν καὶ ὁ ἱερεὺς Σαδδοὺκ ἀπῆλθον εἰς τὴν Γιὼν, καὶ ἔχρισαν αὐτὸν καὶ εἶπον· Ζήτω ὁ βασιλεύς. Ἐλθὼν ὁ υἱὸς Ἰωνάθαν ἀπήγγειλε τῷ Ὀρνίᾳ ταῦτα ἑστιωμένῳ. Καὶ οἱ μὲν ἄλλοι ἔφυγον, ὁ δὲ Ὀρνίας κατέφυγεν εἰς τὸ θυσιαστήριον, δεδοικὼς τὸν Σολομῶνα.
Μετάφραση
Και προστάζεται ο Δαβίδ να στήσει θυσιαστήριο στο αλώνι του Ορνία, και να προσφέρει θυσία· και έπραξε έτσι. Ο Ορνίας, γιος του Δαβίδ, παραθέτει συμπόσιο στους ανθρώπους του Ιωάβ και του Αβιάθαρ, με σκοπό να ανακηρυχθεί βασιλιάς. Εισέρχεται η Βηρσαβεέ, κατόπιν συμβουλής του προφήτη Νάθαν, και αναφέρει τα γεγονότα στον Δαβίδ. Και ενώ εκείνη μιλούσε, εισήλθε και ο Νάθαν, έχοντας προετοιμάσει τα πράγματα ώστε να βασιλεύσει ο Σολομών. Εξήλθαν, αφού επιβίβασαν τον Σολομώντα στη βασιλική ημίονο. Τότε ο προφήτης Νάθαν και ο ιερέας Σαδδούκ μετέβησαν στη Γιών, τον έχρισαν και αναφώνησαν: Ζήτω ο βασιλεύς. Αφού προσήλθε ο γιος του Ιωνάθαν, τα ανήγγειλε αυτά στον Ορνία, την ώρα που βρισκόταν στο συμπόσιο. Και οι μεν άλλοι τράπηκαν σε φυγή, ενώ ο Ορνίας κατέφυγε στο θυσιαστήριο, επειδή φοβήθηκε τον Σολομώντα.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες