Γυνὴ βάρβαρος, μακρῶν αὐτὴν εἰργόντων διαστημάτων, ὄκνου γέγονε κρείττων, οὐχ ἵνα χρημάτων ποιήσηται συλλογὴν, ἀλλ᾽ ἵνα ἀκούσῃ τὴν σοφίαν Σολομῶντος, παραβολὰς λαλοῦντος καὶ αἰνίγματα, καὶ ἀνθρωπίνων ἠθῶν ὑπογράφοντος κάλλη τε καὶ ψόγους. <Τότε ᾠκοδόμησε Σολομὼν ὑψηλὸν τῷ Χαμὼς εἰδώλῳ Μωάβ.> Κυρίλλου. Καὶ τί ἂν γένοιτο τῶν οὕτως ἐκτόπων πλημμελημάτων τὸ δυσαχθέστερον, τιμῆς καὶ ἀγάπης τῆς εἰς ἕνα καὶ φύσει Θεὸν ἀξίωμα ταῖς τῶν δαιμονίων ἀπονέμειν ἀγέλαις, μᾶλλον δὲ λίθοις ἀναπλάττειν καὶ ξύλοις, καὶ τούτοις οἰκοδομεῖν ναούς; <Καὶ ὠργίσθη Κύριος ἐπὶ Σολομὼν, κ.τ.λ.> Κυρίλλου. Τί δὲ ἧν ἄρα τὸ ἐνταλθὲν αὐτῷ τε καὶ πᾶσι τοῖς ὑπὸ τὸν νόμον ἀνδράσι μὴ κηδεύειν ἀλλογενέσιν;
Μετάφραση
Μια βάρβαρη γυναίκα, παρόλο που την εμπόδιζαν μεγάλες αποστάσεις, υπερνίκησε τον δισταγμό, όχι για να συγκεντρώσει χρήματα, αλλά για να ακούσει τη σοφία του Σολομώντα, ο οποίος μιλούσε με παραβολές και αινίγματα, και περιέγραφε τις αρετές και τα ελαττώματα των ανθρώπινων ηθών. <Τότε οικοδόμησε ο Σολομών υψηλό θυσιαστήριο στον Χαμώς, το είδωλο των Μωαβιτών.> Του Κυρίλλου. Και τι θα μπορούσε να είναι πιο βαρύ από τέτοιας λογής άτοπα αμαρτήματα, το να αποδίδεται το αξίωμα της τιμής και της αγάπης, που ανήκει στον έναν και κατά φύσιν Θεό, σε αγέλες δαιμόνων, και μάλλον να πλάθεται σε πέτρες και ξύλα, και να οικοδομούνται ναοί για αυτά; <Και οργίστηκε ο Κύριος εναντίον του Σολομώντα, κ.τ.λ.> Του Κυρίλλου. Και ποια ήταν άραγε η εντολή που είχε δοθεί σε αυτόν και σε όλους τους άνδρες που υπόκειντο στον νόμο, να μην συνάπτουν συγγένειες με αλλογενείς;
Περισσότερα
Λεπτομέρειες