Πρὸς φιλανθρωπίαν ὠθεῖς με· αἰσθάνομαί σου τῶν τεχνασμάτων, ὦ Δέσποτα, ἵνα ὅταν εἴπω σοι, Τὸν υἱὸν τῆς χήρας τὸν τεθνεῶτα διάσωσον, ἀντιφθέγξῃ καὶ αὐτὸς πρός με· Τὸν Ἰσραὴλ σὺ τῷ λιμῷ νενεκρωμένον κατοίκτειρον. Αἰτεῖς με χάριν, ἀνταιτήθητι χάριν· λῦσον τοῦ λιμοῦ τὴν ἀπόφασιν, καὶ λύω τοῦ θανάτου τὴν ψῆφον. Ὡς οὖν εἶδεν ὁ Θεὸς Ἠλίαν, πολλοῖς ἐκδαμασθέντα, καὶ γεγενημένον φιλανθρωπότερον, τότε λοιπὸν προσάγει φανερώτερον πρὸς αὐτὸν τῆς φιλανθρωπίας τοὺς λόγους, ὡς οὐκέτι λοιπὸν τὴν τῆς τιμωρίας λύσιν λογιζόμενον ὕβριν. Πορεύθητι, φησί. Πρεσβείας τοῦ Θεοῦ πρὸς τὸν δοῦλον ῥήματα· αὐτὸς δι᾽ ἑαυτοῦ ὁ Θεὸς περὶ φιλανθρωπίας πρὸς τὸν δοῦλον πρεσβεύει. Πορεύθητι, φησίν. Ἐπειδὴ ἐγένου, φησὶ, φιλανθρωπότερος, δέξαι μου καὶ τῆς φιλανθρωπίας τοὺς λόγους· ἐπειδή με ταῖς τῆς φιλανθρωπίας ὠδῖσι συνεχόμενον ἔγνως, ἄκουέ μου λοιπὸν φανερώτερον. Ὠδίνω τῆς τιμωρίας τὴν λύσιν, ἐπείγομαι πρὸς χορηγίαν καταλλαγῶν, αἰσχύνομαι τῶν κολαζομένων τὰ δάκρυα. Πάντες ἁμαρτωλοὶ, ὦ προφῆτα, κρατοῦσί μου φιλανθρωπίας χειρόγραφον· μή με ποιήσῃς παρ᾽ αὐτοῖς ψευδολόγον φανῆναι. Ἄκουε δὲ καὶ τῶν τοῦ γραμματείου φωνῶν, ἅσπερ οἶδας καὶ αὐτός· Οὐ βούλομαι τὸν θάνατον τοῦ ἁμαρτωλοῦ, ὡς τὸ ἐπιστρέψαι καὶ ζῇν αὐτόν.
Μετάφραση
Με ωθείς προς τη φιλανθρωπία· αντιλαμβάνομαι τα τεχνάσματά σου, Δέσποτα, ώστε, όταν σου πω: «Σώσε τον νεκρό γιο της χήρας», να μου αντιγυρίσεις και εσύ τον λόγο: «Σπλαχνίσου εσύ τον Ισραήλ που έχει νεκρωθεί από τον λιμό». Μου ζητάς μια χάρη, δέξου να σου ζητηθεί και σε σένα μια χάρη· ανακάλεσε την απόφαση για τον λιμό, και εγώ ανακαλώ την καταδίκη του θανάτου. Όταν, λοιπόν, είδε ο Θεός τον Ηλία να έχει δαμαστεί από πολλά και να έχει γίνει πιο φιλάνθρωπος, τότε πλέον του απευθύνει πιο φανερά τους λόγους της φιλανθρωπίας, εφόσον εκείνος δεν θεωρούσε πια την άρση της τιμωρίας ως προσβολή. «Πήγαινε», του λέει. Λόγια ικεσίας του Θεού προς τον δούλο του· ο ίδιος ο Θεός αυτοπροσώπως παρακαλεί τον δούλο του για φιλανθρωπία. «Πήγαινε», λέει. «Επειδή έγινες», λέει, «πιο φιλάνθρωπος, δέξου και τους δικούς μου λόγους περί φιλανθρωπίας· επειδή κατάλαβες ότι διακατέχομαι από τις ωδίνες της φιλανθρωπίας, άκουσέ με πλέον πιο ξεκάθαρα. Κοιλοπονώ για την άρση της τιμωρίας, επείγομαι να χορηγήσω τη συμφιλίωση, ντρέπομαι μπροστά στα δάκρυα αυτών που τιμωρούνται. Όλοι οι αμαρτωλοί, ω προφήτη, κρατούν το χειρόγραφο της φιλανθρωπίας μου· μην με κάνεις να φανώ ψεύτης απέναντί τους. Άκουσε δε και τα λόγια αυτού του εγγράφου, τα οποία γνωρίζεις και εσύ ο ίδιος: Δεν θέλω τον θάνατο του αμαρτωλού, παρά να επιστρέψει και να ζήσει».
Περισσότερα
Λεπτομέρειες