Ὁ δὲ Ἠλίας τότε τῷ Ἀχαάβ· Ἀνάβηθι, φησίν, καὶ τροφῆς ἀμερίμνως μετάλαβε, ἐπεὶ καὶ φωνὴ ὅσον οὔπω τοῦ ὑετοῦ, οὗ καὶ μηνυτὴς ἥκω σοι καὶ ὃν ὄψει καταφερόμενον. Καὶ ὁ μὲν ἀνῆλθεν ἑστιασόμενος, ἡδίων ἐπὶ τῇ ἀγγελίᾳ διατεθείς. Ὁ δὲ προφήτης τὸν Κάρμηλον ἀνιὼν ἑαυτὸν συντείνει εἰς προσευχὴν κύψας εἰς γῆν καὶ τὸ πρόσωπον τοῖς γόνασιν προσερείσας. Ἐντέλλεται δὲ καὶ τῷ συνόντι παιδί, προσελθεῖν ἀνωτέρω καὶ τὴν πρὸς θάλασσαν ἐπισκοπῆσαι ὁδόν. Καὶ ὃς ἀνελθὼν εἶδε τέως οὐδέν, ὧν προσεδόκα ἰδεῖν, ὑετόν φημι ἐν τοῖς νέφεσι.
Μετάφραση
Τότε ο Ηλίας είπε στον Αχαάβ: «Ανέβα», του λέει, «και γεύσου τροφή αμέριμνα, επειδή κιόλας ακούγεται ο ήχος της βροχής, για την οποία ήρθα σε σένα ως αγγελιαφόρος και την οποία θα δεις να πέφτει». Και εκείνος μεν ανέβηκε για να γευματίσει, έχοντας αποκτήσει πιο ευχάριστη διάθεση εξαιτίας της αγγελίας. Ο δε προφήτης, ανεβαίνοντας στο όρος Κάρμηλο, αφοσιώνεται στην προσευχή, σκύβοντας στη γη και στηρίζοντας το πρόσωπό του στα γόνατά του. Παραγγέλλει δε και στον υπηρέτη που βρισκόταν μαζί του να προχωρήσει ψηλότερα και να παρατηρήσει τον δρόμο προς τη θάλασσα. Και εκείνος, αφού ανέβηκε, δεν είδε προς το παρόν τίποτε από όσα περίμενε να δει, εννοώ δηλαδή βροχή μέσα στα σύννεφα.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες