Ἂν δ’ ἐρωτᾷς αὐτοὺς πῶς ὁ ἀόρατος ὁρᾶται, ἀποκριθήσονταί σοι· «Οὐκ ἐν διδακτοῖς ἀνθρωπίνης σοφίας λόγοις, ἀλλ’ ἐν διδακτοῖς Πνεύματος ἁγίου». Ἀνενδεεῖς γάρ εἰσι καὶ τῆς ἀνθρωπίνης σοφίας οὐ δέονται, τὴν διδασκαλίαν ἔχοντες τοῦ Πνεύματος καὶ μετὰ τοῦ Ἀποστόλου ταύτην ἔχοντες τὴν καύχησιν «ὅτι ἐν ἁπλότητι καὶ εἰλικρινείᾳ καὶ χάριτι Θεοῦ, ἀλλ’ οὐκ ἐν σοφίᾳ σαρκικῇ ἀνεστράφησαν ἐν τῷ κόσμῳ». Ἀποκριθήσονταί σοι τοίνυν εὐλαβῶς ὡς «οὐκ ἐν τῇ καθ’ ἡμᾶς γνώσει περιγράφεται τὰ θεῖα, ὦ ἄνθρωπε, πολλὰ δὲ τῶν ὑφ’ ἡμῶν ἀγνοουμένων αἰτίας ἔχει θεοπρεπεῖς· πνευματικοῖς οὖν πνευματικὰ συγκρίνοντες, κατὰ τὸν αὐτὸν Ἀπόστολον, ἐκ τῆς παλαιᾶς διαθήκης τὰς τῆς καινῆς βεβαιωσόμεθα χάριτας». Διὰ τοῦτο δὲ σύγκρισιν τὴν ἐκ τῶν παλαιῶν ἀπόδειξιν ὁ Ἀπόστολος ὠνόμασεν, ἐπεὶ μετὰ τῆς ἐκεῖθεν βεβαιώσεως καὶ μείζω δείκνυται τῶν νομικῶν τὰ τῆς χάριτος δόματα. Καὶ τοίνυν ἐροῦσιν οἱ Πνεύματι καὶ ζῶντες καὶ ὁρῶντες πρὸς τοὺς ἐρωτῶντας πῶς ὁρᾶται τὸ ἀόρατον φῶς· «Ὡς καὶ ὁ θεόπτης ἐκεῖνος ἑώρακεν Ἠλίας· ὅτι γὰρ οὐκ αἰσθητῶς ἐκεῖνος εἶδεν, ἔδειξεν ἡ ἐπιτεθειμένη τῷ προσώπῳ μηλωτή· ὅτι δὲ τὸν Θεὸν ἑώρακε, τῇ μηλωτῇ τοὺς αἰσθητοὺς ἐπηλυγάσας ὀφθαλμούς, μάρτυς τε καὶ κῆρυξ ἀξιόλογος τὸ παρὰ πᾶσι τούτου τῆς ἐπωνομίας γνώρισμα· θεόπτης γάρ, μᾶλλον δὲ καὶ μεθ’ ὑπερβολῆς θεοπτικώτατος, ἀκούει παρὰ πάντων».
Μετάφραση
Αν όμως τους ρωτήσεις πώς οράται ο αόρατος, θα σου απαντήσουν: «Όχι με διδακτούς λόγους της ανθρώπινης σοφίας, αλλά με διδακτούς από το Άγιο Πνεύμα». Διότι είναι ανενδεείς και δεν έχουν ανάγκη την ανθρώπινη σοφία, έχοντας τη διδασκαλία του Πνεύματος και έχοντας μαζί με τον Απόστολο αυτή την καύχηση, «ότι με απλότητα και ειλικρίνεια και χάρη Θεού, και όχι με σαρκική σοφία, αναστράφηκαν μέσα στον κόσμο». Θα σου απαντήσουν, λοιπόν, με ευλάβεια πως «τα θεία δεν περιορίζονται στη δική μας γνώση, ω άνθρωπε, αλλά πολλά από όσα εμείς αγνοούμε έχουν αιτίες θεοπρεπείς. Επομένως, συγκρίνοντας πνευματικά με πνευματικά, κατά τον ίδιο Απόστολο, από την Παλαιά Διαθήκη θα βεβαιώσουμε τις χάριτες της Καινής». Για τον λόγο αυτόν ο Απόστολος ονόμασε σύγκριση την απόδειξη που προέρχεται από τα παλαιά, επειδή μετά τη βεβαίωση από εκεί, τα δώρα της χάριτος αποδεικνύονται ανώτερα από τα νομικά. Και, λοιπόν, εκείνοι που ζουν και βλέπουν διά του Πνεύματος θα πουν προς όσους ερωτούν πώς οράται το αόρατο φως: «Όπως το είδε και εκείνος ο θεόπτης Ηλίας. Διότι το ότι εκείνος δεν είδε αισθητά, το απέδειξε η μηλωτή που είχε τοποθετήσει στο πρόσωπό του. Ότι όμως είδε τον Θεό, επισκιάζοντας με τη μηλωτή τους αισθητούς οφθαλμούς, αξιόλογος μάρτυρας και κήρυκας αυτού του γεγονότος είναι το γνώρισμα της προσωνυμίας του σε όλους. Διότι αποκαλείται από όλους θεόπτης, ή μάλλον καθ' υπερβολήν, θεοπτικότατος».
Περισσότερα
Λεπτομέρειες