Οὕτω γὰρ καὶ ὁ Ἠλίας ποτέ, ὡς ζηλωτὴς νομίσας ὅτι μόνος ὑπελείφθη τῷ θεῷ προσκυνητής, ἔλεγε τῷ θεῷ· 〈Ζηλῶν ἐζήλωσα κυρίῳ θεῷ παντοκράτορι, ὅτι ἐγκατέλιπόν σε υἱοὶ Ἰσραήλ· τὰ θυσιαστήριά σου κατέσκαψαν καὶ τοὺς προφήτας σου ἀπέκτειναν ἐν ῥομφαίᾳ, καὶ ὑπολέλειμμαι ἐγὼ μονώτατος, καὶ ζητοῦσι τὴν ψυχήν μου λαβεῖν αὐτήν. Καὶ εἶπε κύριος πρὸς αὐτόν· Πορεύου, ἀνάστρεφε εἰς τὴν ὁδόν σου,〉 ὅτι οὐκ εἶ μόνος. Κατέλιπον γὰρ ἐμαυτῷ ἑπτακισχιλίους ἄνδρας, οἵτινες οὐκ ἔκαμψαν γόνυ τῇ Βάαλ. Ἀλλὰ καὶ νῦν οὐκ ἄνθρωπος, ἀλλὰ θεὸς εἶπεν· Οὐκ ἔστι δίκαιος, οὐδὲ εἷς. 〈Κύριος〉 γὰρ 〈ἐκ τοῦ οὐρανοῦ διέκυψε τοῦ ἰδεῖν,〉 οὐχ ἵνα τότε ἴδῃ, ἀλλ᾽ ἵνα τότε σώσῃ, ἵνα ἃ προεῖπε δείξῃ· οὐκ ἔστιν ὁ συνιών, οὐκ ἔστιν ὁ ἐκζητῶν τὸν θεόν. Ὁ μακάριος Δαυὶδ φόβου καὶ θάμβους καὶ ἀθυμίας πληρωθείς, ἐν τῷ προκειμένῳ ψαλμῷ ἐπερωτᾷ· Εἰ οὐκ ἔστι δίκαιος, οὐδὲ εἷς, εἰ οὐκ ἔστιν ὁ συνιὼν ἢ ὁ ἐκζητῶν τὸν θεόν, 〈κύριε, τίς παροικήσει ἐν τῷ σκηνώματί σου ἢ τίς κατασκηνώσει ἐν ὄρει ἁγίῳ σου;〉 Ὡς φαίνεται, ἐγὼ μάτην ἐπεθύμησα σκήνωμα καὶ ναὸν ἐν τῷ ὄρει οἰκοδομῆσαί σοι.
Μετάφραση
Διότι έτσι και ο Ηλίας κάποτε, νομίζοντας από ζήλο ότι απέμεινε ο μόνος προσκυνητής του Θεού, έλεγε προς τον Θεό: «Επέδειξα μεγάλο ζήλο για τον Κύριο και Θεό τον Παντοκράτορα, διότι σε εγκατέλειψαν οι γιοι του Ισραήλ· τα θυσιαστήριά σου κατέσκαψαν και τους προφήτες σου θανάτωσαν με ρομφαία, και έχω απομείνει εγώ ολομόναχος, και ζητούν να μου πάρουν τη ζωή. Και είπε ο Κύριος προς αυτόν: Πήγαινε, επίστρεψε στον δρόμο σου», διότι δεν είσαι μόνος. Επειδή διατήρησα για τον εαυτό μου επτά χιλιάδες άνδρες, οι οποίοι δεν έκλιναν γόνυ στον Βάαλ. Αλλά και τώρα δεν μίλησε άνθρωπος, αλλά ο Θεός είπε: Δεν υπάρχει δίκαιος, ούτε ένας. Διότι «ο Κύριος από τον ουρανό έσκυψε για να δει», όχι για να δει τότε, αλλά για να σώσει τότε, για να δείξει αυτά που προείπε: δεν υπάρχει κάποιος που να συνιεί, δεν υπάρχει κάποιος που να εκζητεί τον Θεό. Ο μακάριος Δαβίδ, γεμάτος από φόβο, θάμβος και αθυμία, στον προκείμενο ψαλμό ερωτά: Εάν δεν υπάρχει δίκαιος, ούτε ένας, εάν δεν υπάρχει αυτός που να συνιεί ή αυτός που να εκζητεί τον Θεό, «Κύριε, ποιος θα κατοικήσει στο σκήνωμά σου ή ποιος θα κατασκηνώσει στο άγιο όρος σου;» Όπως φαίνεται, εγώ μάταια επιθύμησα να οικοδομήσω σκήνωμα και ναό στο όρος για εσένα.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες