Ἡνίκα γὰρ ἄλλοτε Ἠλίας φεύγων τὴν Ἰεζάβελ ἔρημον κατέλαβε, καὶ ἐν τῇ ἐρήμῳ ἐκάθευδε σὺν πολλῷ τῷ λιμῷ καὶ τῇ δίψῃ, ὅτι πολλὴ ἡ τῆς φυγῆς ὁδὸς, τίθησιν οὖν ὁ Κύριος πρὸς κεφαλὴν αὐτοῦ ἄρτον καὶ ὕδωρ, καὶ αὖθις νύττει τὴν πλευρὰν αὐτοῦ, καὶ οὐκ ἄλλο μέρος. Διὰ τί; Ἄκουε συνετῶς· τὴν πλευρὰν αὐτοῦ νύττει, ἐπειδὴ ἀπειλὴν πλευρᾶς ἔφυγε. Καὶ πρὸς αὐτὸν ὁ Κύριος· Ἠλία, ἀνάστηθι, καὶ φάγε καὶ πίε, ὅτι πολλὴ ἀπὸ σοῦ ἡ ὁδός. Ἀναστὰς δὲ ὁ Ἠλίας καὶ φαγὼν καὶ πιὼν, ἐπορεύθη ἐν τῇ ἰσχύϊ τῆς βρώσεως ἐκείνης τεσσαράκοντα ἡμέρας καὶ τεσσαράκοντα νύκτας, οὐχ ὡς πεινῶν, ἀλλ᾽ ὡς ἐμπεπλησμένος. Τοιαύτη γὰρ ἡ θεοδώρητος βρῶσις. Ὁ ἐκεῖσε τοίνυν γνησίως διαθρέψας, ἴσχυσε καὶ ἐν τῷ παρόντι οὐρανόθεν αὐτὸν διαθρέψαι· ἀλλὰ παρίστησιν αὐτῷ ἀνοίκειον τράπεζαν, ὅπως διὰ τῆς ἐφυβρίστου τροφῆς καμφθῇ πρὸς συμπάθειαν καὶ οἶκτον. Ὁ δὲ ἔμενεν ἀκαμπής. Δέον γὰρ τὸν Ἠλίαν ἀκούσαντα τοῦ Κυρίου λέγοντος· Πίεσαι ἐκ τοῦ χειμάῤῥου, καὶ τοῖς κόραξιν ἐντελοῦμαι τοῦ διατρέφειν σε ἐκεῖ, προσπεσεῖν, ἱκετεῦσαι, καὶ εἰπεῖν, Μηδαμῶς, Κύριε· οὐδέποτε εἰσῆλθεν εἰς τὸ στόμα μου πᾶν κοινὸν καὶ ἀκάθαρτον· κόρακάς μοι παριστᾷς τοὺς ἐπιβούλους τοῦ Νῶε; κρεοφόρον τράπεζαν εὐτρεπίζεις ὡς ἐθνικῷ καὶ ἀλλοφύλῳ, ἀσκητικοῖς ἔθεσιν ἐξ ἀρχῆς προσεντραφέντι; ἔδει ταῦτα παρακλητικῶς τὸν Ἠλίαν προσενέγκαι τὰ ῥήματα.
Μετάφραση
Διότι, όταν κάποτε άλλοτε ο Ηλίας, φεύγοντας την Ιεζάβελ, κατέφυγε στην έρημο, και κοιμόταν εκεί μέσα σε μεγάλη πείνα και δίψα, επειδή ήταν μακρύς ο δρόμος της φυγής του, ο Κύριος τοποθετεί στο προσκέφαλό του άρτο και νερό, και έπειτα του κεντά την πλευρά, και όχι κάποιο άλλο μέρος του σώματος. Γιατί; Άκουσε με σύνεση· του κεντά την πλευρά, επειδή διέφυγε την απειλή μιας πλευράς. Και του λέει ο Κύριος: «Ηλία, σήκω, φάε και πιες, διότι είναι μακρύς ο δρόμος σου». Αφού σηκώθηκε ο Ηλίας, έφαγε και ήπιε, και πορεύθηκε με τη δύναμη εκείνης της τροφής σαράντα ημέρες και σαράντα νύχτες, όχι σαν πεινασμένος, αλλά σαν χορτασμένος. Διότι τέτοια είναι η θεοδώρητη τροφή. Αυτός, λοιπόν, που τον έθρεψε τόσο αληθινά εκεί, είχε τη δύναμη και στην παρούσα περίσταση να τον θρέψει εξ ουρανού· όμως του παραθέτει μια ανοίκεια τράπεζα, προκειμένου δια της εξευτελιστικής αυτής τροφής να καμφθεί προς συμπάθεια και οίκτο. Εκείνος όμως παρέμενε άκαμπτος. Διότι θα έπρεπε ο Ηλίας, ακούγοντας τον Κύριο να του λέει: «Θα πιεις από τον χείμαρρο, και θα δώσω εντολή στα κοράκια να σε τρέφουν εκεί», να προσπέσει, να ικετεύσει και να πει: «Σε καμία περίπτωση, Κύριε· ποτέ δεν εισήλθε στο στόμα μου τίποτε το κοινό και ακάθαρτο· μου παρουσιάζεις τα κοράκια, τους επιβούλους του Νώε; Ετοιμάζεις τράπεζα με κρέας σαν να είμαι εθνικός και αλλόφυλος, εγώ που ανατράφηκα εξαρχής με ασκητικά ήθη;» Αυτά τα λόγια όφειλε να τα απευθύνει ικετευτικά ο Ηλίας.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες