Μίμησαι τὸν Ἀβραάμ· καὶ γὰρ ἐκεῖνος οὐχ ὑπὲρ χρημάτων καὶ κτημάτων ἐσπούδαζεν, ἀλλ᾽ ὑπὲρ τῶν θείων νόμων, ὅπως αὐτῶν τὴν φυλακὴν τοῖς ἐκγόνοις μετὰ ἀκριβείας παρακαταθοῖτο. Καὶ μαρτυρεῖ ταύτην αὐτοῦ τὴν ἀρετὴν ὁ Θεὸς οὕτω λέγων· ᾜδειν γὰρ, ὅτι συντάξει Ἀβραὰμ τοῖς παισὶν αὐτοῦ τὰ κρίματα καὶ τὰ δικαιώματα. Καὶ ὁ Δαυῒδ δὲ, ἡνίκα ἐτελεύτα, ἀντὶ μεγάλης κληρονομίας καλέσας τὸν υἱὸν τὸν ἑαυτοῦ, ταῦτα παρηγγύα καὶ συνεχῶς ἔλεγεν· ὅτι Εἰ βουληθείης, παιδίον, κατὰ τοὺς τοῦ Θεοῦ νόμους ζῇν, οὐδὲν ἐμπεσεῖται τῶν ἀδοκήτων, ἀλλὰ πάντα σοι κατὰ ῥοῦν ἥξει τὰ πράγματα, καὶ πολλῆς ἀπολαύσῃ τῆς ἀσφαλείας· ἂν δὲ ἐκείνης ἐκπέσῃς τῆς βοηθείας οὐδὲν ὄφελός σοι τῆς βασιλείας καὶ τῆς πολλῆς ταύτης δυνάμεως. Ταῦτα καὶ τοιαῦτα ἔλεγεν, εἰ καὶ μὴ τοῖς ῥήμασι τούτοις.
Μετάφραση
Μιμήσου τον Αβραάμ· διότι και εκείνος δεν μεριμνούσε για χρήματα και κτήματα, αλλά για τους θείους νόμους, ώστε να παραδώσει ως παρακαταθήκη στους απογόνους του την ακριβή τήρησή τους. Και μαρτυρεί αυτή του την αρετή ο Θεός, λέγοντας τα εξής: «Διότι εγνώριζα ότι ο Αβραάμ θα παραγγείλει στα παιδιά του τα κρίματα και τα δικαιώματα». Και ο Δαβίδ επίσης, όταν επρόκειτο να πεθάνει, αντί για άλλη μεγάλη κληρονομιά, αφού κάλεσε τον γιο του, του έδινε αυτές τις παραγγελίες και του έλεγε συνεχώς: «Εάν θελήσεις, παιδί μου, να ζεις σύμφωνα με τους νόμους του Θεού, κανένα απροσδόκητο δεινό δεν θα σου συμβεί, αλλά όλα τα πράγματα θα κυλήσουν ευνοϊκά για εσένα και θα απολαύσεις μεγάλη ασφάλεια· εάν όμως εκπέσεις από εκείνη τη βοήθεια, κανένα όφελος δεν θα έχεις από τη βασιλεία και από αυτή τη μεγάλη δύναμη». Αυτά και άλλα παρόμοια έλεγε, έστω και αν δεν χρησιμοποίησε ακριβώς αυτά τα λόγια.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες