Καὶ οἱ μὲν κακοὶ γείτονες κατὰ τὴν τῆς Ἰεζάβελ συμβουλίαν τό τε δρᾶμα συνέθεσαν καὶ τὸν Ναβουθαὶ ἀνῄρησαν λίθων βολαῖς συγχωσάμενοι. Τὸ δὲ ἀναιδὲς γύναιον, ὡς ταῦτα ἐπύθετο· Ἀνάστα, φησὶν πρὸς τὸν ἄνδρα, καὶ κληρονόμει τοῦ ἀμπελῶνος· τέθνηκε γὰρ Ναβουθαί, ὅς σοι καὶ ἑκὼν οὐ παρεχώρει τοῦ ποθουμένου. Καὶ ὁ Ἀχαὰβ τὸν Ναβουθαὶ μαθὼν ἀνῃρῆσθαι λύπῃ συσχεθεὶς τόν τε χιτῶνα διέρρηξεν καὶ σάκκον ἑαυτῷ περιέθετο, εἴτε ἀληθείᾳ, εἴτε προσχήματι· οὐ γὰρ ἀπέστη, οὗ ἤρα ἀμπελῶνος. Ἀλλ’ εὐθὺς καὶ τοῦτον κληρονομήσων ὥρμησε καὶ τοῦ φόνου πάντως ἀνθέξεσθαι, ὃς διὰ τὸν ἀμπελῶνα ἤδη καὶ πέπρακτο.
Μετάφραση
Και οι μεν κακοί γείτονες, σύμφωνα με τη συμβουλή της Ιεζάβελ, έστησαν τη σκευωρία και δολοφόνησαν τον Ναβουθαί, καταχώνοντάς τον με λιθοβολισμό. Το δε αναίσχυντο γύναιο, μόλις πληροφορήθηκε αυτά, λέει στον άνδρα της: «Σήκω και κληρονόμησε το αμπέλι· διότι πέθανε ο Ναβουθαί, ο οποίος δεν σου παραχωρούσε οικειοθελώς αυτό που επιθυμούσες». Και ο Αχαάβ, όταν έμαθε ότι ο Ναβουθαί δολοφονήθηκε, κυριευμένος από λύπη, έσκισε τον χιτώνα του και ντύθηκε με σάκο, είτε στα αλήθεια είτε προσποιητά· διότι δεν παραιτήθηκε από το αμπέλι που επιθυμούσε. Αντιθέτως, αμέσως όρμησε να το κληρονομήσει και να επωφεληθεί πλήρως από τον φόνο, ο οποίος είχε ήδη διαπραχθεί για χάρη του αμπελιού.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες