Εἰσελθοῦσα δὲ πρὸς αὐτὸν Ἰεζάβελ, γύναιον ἀναίσχυντον καὶ ἀπηγορευμένον, ἀκάθαρτον καὶ ἐναγέστατον, φησί· Τί λυπῇ, καὶ οὐκ ἐσθίεις; ἀνάστα, φάγε· ἐγώ σε ποιῶ κληρονομῆσαι τὸν ἀμπελῶνα Ναβουθὲ τοῦ Ἰεζραηλίτου. Καὶ λαβοῦσα γράφει ἐπιστολὴν ἐκ προσώπου τοῦ βασιλέως πρὸς τοὺς πρεσβυτέρους, λέγουσα· Κηρύξατε νηστείαν, καὶ στήσατε ἄνδρας ψευδεῖς κατὰ Ναβουθὲ, ὅτι εὐλόγησε Θεὸν καὶ βασιλέα, τουτέστιν, ἐβλασφήμησεν. Ὢ νηστεία ἐπιτεταμένης τῆς παρανομίας πεπληρωμένη· ἐκήρυξαν νηστείαν, ἵνα φόνον ποιήσωσι. Τί οὖν γέγονεν; Ἐλιθάσθη Ναβουθὲ, καὶ ἀπέθανε. Μαθοῦσα δὲ Ἰεζάβελ λέγει τῷ Ἀχαάβ· Ἀνάστα, κληρονομήσωμεν τὸν ἀμπελῶνα, ὅτι ἀπέθανε Ναβουθέ. Ὁ δὲ λυπηθεὶς πρὸς τὸ παρὸν, εἰσῆλθε μέντοι, καὶ ἐκληρονόμησε τὸν ἀμπελῶνα.
Μετάφραση
Όταν όμως πήγε σε αυτόν η Ιεζάβελ, γύναιο αναίσχυντο και καταδικαστέο, ακάθαρτο και μιαρότατο, του λέει: «Γιατί λυπάσαι και δεν τρως; Σήκω, φάε· εγώ θα σε κάνω να κληρονομήσεις τον αμπελώνα του Ναβουθαί του Ιεζραηλίτη». Και αφού συνέταξε επιστολή εκ μέρους του βασιλιά προς τους πρεσβυτέρους, έγραψε: «Κηρύξτε νηστεία και παρατάξτε ψευδομάρτυρες εναντίον του Ναβουθαί, για να καταθέσουν ότι ευλόγησε τον Θεό και τον βασιλιά, τουτέστιν, ότι τους βλασφήμησε». Ω, νηστεία γεμάτη από ακραία παρανομία! Κήρυξαν νηστεία, για να διαπράξουν φόνο. Τι συνέβη λοιπόν; Λιθοβολήθηκε ο Ναβουθαί και πέθανε. Μόλις το έμαθε η Ιεζάβελ, λέει στον Αχαάβ: «Σήκω, ας κληρονομήσουμε τον αμπελώνα, διότι πέθανε ο Ναβουθαί». Και εκείνος, αν και λυπήθηκε προς στιγμήν, εντούτοις εισήλθε και κληρονόμησε τον αμπελώνα.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες