Ὡς δὲ ἑώρα ἑαυτὸν ἐν κινδύνῳ, σχῆμα περιθέμενος ἐλεεινὸν, ἔρχεται πρὸς τὸν Ἀχαὰβ, δοῦλον ἑαυτὸν ἀποκαλῶν, καὶ ἀγαπητῶς ἔχων σωτηρίας τυχεῖν. Ὁ δὲ ἀνεβίβασέ τε αὐτὸν ἐπὶ τὸ ἅρμα, καὶ τιμῆς ἀξιώσας, ἐξέπεμψεν εἰς τὴν οἰκείαν γῆν. Ἔρχεται ὁ προφήτης ἐγκαλῶν ὑπὲρ τούτων τῷ βασιλεῖ, καὶ θάνατον ἀπειλῶν. Βουλεύεται ὁ Ἀχαὰβ, εἰ δέοι ἐπιστρατεῦσαι τοῖς Σύροις· καὶ συμβουλεύσαντος τοῦ Ἰωσαφὰτ βασιλέως Ἰούδα, μετάπεμπτος γίνεται Μιχαίας ὁ προφήτης, καὶ ἐρωτηθεὶς προλέγει συμφορὰς, εἰ πολεμήσειεν. Ὀργίζεται ὁ Ἀχαάβ· τύπτει τὸν Μιχαίαν Σεδεκίας ὁ ψευδοπροφήτης. Κελεύεται Ἀχαὰβ τηρεῖσθαι Μιχαίαν τὸν ψευδοπροφήτην, ἕως ἂν ὁ πόλεμος λάβῃ τέλος. Ἐξῆλθε μαχεσόμενος, καί φησι τῷ Ἰωσαφάτ· Ἀμείψωμεν τὸ σχῆμα καὶ τὸν ἱματισμόν· λαβὼν ἐγὼ τὸν σὸν, ἀντιδίδωμί σοι τὸν ἐμόν. Ὡς δὲ γέγονε τοῦτο, καὶ οἱ στρατιῶται ἐντολὴν εἰλήφεισαν παρὰ τοῦ βασιλέως τοῦ ἑαυτῶν, πάντας ἀφέντες, μόνῳ τῷ βασιλεῖ τοῦ Ἰσραὴλ συνάπτειν εἰς πόλεμον, ἰδόντες τὸν Ἰωσαφὰτ τὸν βασιλέα τοῦ Ἰούδα, καὶ νομίσαντες αὐτὸν τοῦ Ἰσραὴλ εἶναι (τὸ γὰρ σχῆμα αὐτοὺς ἠπάτησεν), ἐκύκλουν αὐτὸν, ἀνελεῖν θέλοντες. Ὁ δὲ ἀναβοήσας, ἀπηλλάγη τοῦ κινδύνου.
Μετάφραση
Όταν δε είδε τον εαυτό του σε κίνδυνο, αφού περιβλήθηκε με ελεεινή εμφάνιση, έρχεται προς τον Αχαάβ, αποκαλώντας τον εαυτό του δούλο και επιθυμώντας διακαώς να σωθεί. Εκείνος δε τον ανέβασε στο άρμα και, αφού τον αξίωσε με τιμές, τον έστειλε πίσω στην πατρίδα του. Έρχεται τότε ο προφήτης εγκαλώντας τον βασιλιά για αυτά και απειλώντας τον με θάνατο. Ο Αχαάβ συσκέπτεται εάν πρέπει να εκστρατεύσει εναντίον των Σύρων· και, κατόπιν συμβουλής του Ιωσαφάτ, βασιλιά του Ιούδα, μετακαλείται ο προφήτης Μιχαίας, ο οποίος, όταν ερωτάται, προλέγει συμφορές εάν θα διεξαγάγει πόλεμο. Ο Αχαάβ οργίζεται· ο Σεδεκίας, ο ψευδοπροφήτης, χτυπά τον Μιχαία. Ο Αχαάβ διατάσσει να κρατείται φρουρούμενος ο Μιχαίας ο ψευδοπροφήτης, μέχρι να λάβει τέλος ο πόλεμος. Βγήκε λοιπόν για να πολεμήσει και λέει στον Ιωσαφάτ: «Ας ανταλλάξουμε την εμφάνιση και τον ιματισμό μας· παίρνοντας εγώ τον δικό σου, σου δίνω σε ανταπόδοση τον δικό μου». Όταν δε έγινε αυτό, οι στρατιώτες, οι οποίοι είχαν λάβει εντολή από τον δικό τους βασιλιά να αφήσουν όλους τους άλλους και να συμπλακούν σε πόλεμο μόνο με τον βασιλιά του Ισραήλ, βλέποντας τον Ιωσαφάτ τον βασιλιά του Ιούδα και νομίζοντας ότι αυτός ήταν του Ισραήλ (διότι η εμφάνιση τους εξαπάτησε), τον περικύκλωσαν θέλοντας να τον φονεύσουν. Εκείνος όμως, κραυγάζοντας δυνατά, απαλλάχθηκε από τον κίνδυνο.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες