{Κεφάλαιον δι’ οὖ ἐλέγχονται οἱ δι’ ἐναντίας μίαν ἁπλῆν φύσιν ὁμολογοῦντες ἐν Χριστῷ ὡς οἱ Μάνεντος νόμοι.} Οἵα ἡ θέλησις, τοιαύτη πάντως καὶ ἡ φύσις· καὶ οἵα ἡ οὐσιώδης ἐνέργεια, τοιαύτη δηλονότι καὶ ἡ οὐσία. Ὅθεν οἱ δι’ ἐναντίας μίαν σύνθετον ἐνέργειαν μᾶλλον δὲ θείαν καὶ ταύτην μίαν ἐν Χριστῷ ὁμολογοῦντες τὴν ἐνέργειαν, μίαν ἐλέγχονται κηρύττοντες ἐν αὐτῇ καὶ τὴν φύσιν κατὰ τοὺς Μανιχαίων νόμους. Ὁμοίως καὶ ἓν αὐτοῦ ἁπλοῦν καὶ πάντη ἀσύνθετον δογματίζοντες τὸ θέλημα, μίαν ἁπλῆν καὶ ἀσύνθετον τὸν Χριστὸν ὀνομάζουσι φύσιν· οὔτε γὰρ θεανδρικόν, οὐ κοινόν, οὐ μικτόν, οὐ σύνθετον, ἀλλ’ ἁπλοῦν καὶ ἀμιγὲς καὶ πάντη ἀκοινώνητον τὸ τοῦ Χριστοῦ λέγουσι θέλημα, μηδαμῶς νοοῦντες ἢ ἰδόντες ἢ ἀριθμοῦντες ἢ ὅλως ἐννοούμενοι ἐπὶ τῆς νοερᾶς αὐτοῦ καὶ ἀχράντου ψυχῆς τινα δύναμιν ἢ ἕξιν ἢ ἰδιότητα λογικὴν ἢ θελητικὴν ἢ ἐπιθυμητικὴν ἢ βουλευτικὴν ἢ διανοητικὴν ἢ ἐξουσιαστικὴν ἢ γεωργητικὴν ἢ ἐνθυμηματικὴν ἢ σοφιστικήν, ἀλλ’ ὅλην διόλου τὴν θεότητα καὶ τὴν θέλησιν τῆς θεότητος λέγουσιν ἀναπληροῖν τὸν τόπον πάντων τούτων τῶν προειρημένων ἰδιωμάτων τῆς νοερᾶς ἡμῶν ἐν Χριστῷ ψυχῆς. Πρὸς οὓς πάλιν, ὅπερ περὶ τῆς ἐνεργείας εἰρήκαμεν, τοῦτο καὶ περὶ τῆς θελήσεως ἐροῦμεν. Εἴρηται τοίνυν τῷ προφήτῃ περὶ τῆς θείας βουλῆς καὶ θελήσεως ὅτι Ἡ βουλὴ τοῦ κυρίου εἰς τὸν αἰῶνα μένει, οὐ παυομένη, οὐκ ἠρεμοῦσα, οὐ σιγῶσα, οὐκ ἀλλοιουμένη, οὐχ ὑπὸ χρόνου, οὐ διὰ σώματος, οὐ διὰ ζωῆς, οὐ διὰ θανάτου, ἀλλ’ ἡ βουλὴ αὐτοῦ εἰς τὸν αἰῶνα ὁμοίως μένει, καὶ οἱ λ<ογισμοὶ> τῆς καρδίας αὐτοῦ εἰς γενεὰν καὶ γενεάν. Τῆς τοίνυν βουλῆς καὶ θελήσεως τοῦ θεοῦ λόγου ἀπαύστου οὔσης καὶ τῶν λογισμῶν τῆς καρδίας αὐτοῦ οὐδέποτε παυομένων, εἶχεν, εἰπέ μοι, ἐν τῷ τάφῳ ὁ Χριστὸς ὥσπερ πρὸ τοῦ θανάτου βουλὴν καὶ θέλησιν καὶ λογισμοὺς ψυχῆς καὶ ἐνθυμήσεις καὶ σκέψεις καὶ ῥήματα—τὸ γὰρ ῥῆμα κυρίου εἰς τὸν αἰῶνα μένει ἀσίγητον—καὶ μνήμας καὶ ζωὴν καὶ σοφίαν διδακτικὴν καὶ γεωργίαν ἐννοιῶν καὶ νοῦν διακριτικὸν καὶ ἐπιθυμίαν; Καὶ εἰ μὲν εἴπῃς ἔχειν πάντα ταῦτα τὸν Χριστὸν ἐν τῷ μνήματι, καθὼς εἶχεν αὐτὰ πρὸ τῆς αὐτοῦ θνήσεως, ὀρθῶς μανιχαΐζεις, δόκησιν λέγων τὸν θάνατον αὐτοῦ καὶ τὴν νέκρωσιν. Εἰ δὲ χωρισθείσης αὐτοῦ τῆς ψυχῆς ἐκ τοῦ σώματος αὐτοῦ, εὐθέως ἐστερήθη τὸ σῶμα ζωῆς, πνοῆς, λόγου, λογισμῶν, νοός, θελήσεως, βρώσεως καὶ πόσεως, ὕπνου καὶ ἀνέσεως, σκέψεως, ὁράσεως, λόγου καρδιακοῦ, κινήσεως, μεταστάσεως, ὁδοιπορίας, γονυκλισίας, εὐχῆς, λύπης, ἀθυμίας, ἀδημονίας, διδασκαλίας, σοφίας, καὶ πάσης ἄλλης πράξεως καὶ θελήσεως διὰ τοῦ σώματος ἐκπληρουμένης, γνῶτε, ὦ οἱ τῆς Ἁρματικῆς ὀρχήστρας θυμελικοὶ παῖδες, ὅτι κατὰ τὴν θέλησιν καὶ κυβέρνησιν τῆς νοερᾶς ψυχῆς ταῦτα πάντα οἰκονόμησεν ὁ θεὸς λόγος ἐκπληροῦσθαι ἐν τῷ ἀνθρώπῳ, ὑπαρχούσης τῆς ψυχῆς ἐν τῷ σώματι, ἧστινος χωρισθείσης ἤργησαν πᾶσαι αἱ τοῦ ἐντὸς καὶ ἐκτὸς ἀνθρώπου κινήσεις τε καὶ ἐνθυμήσεις ἐν τῷ μνήματι Χριστοῦ, εἰ καὶ οὐ κατέλειπεν ἔρημον ὁ θεὸς λόγος τὸν λυθέντα αὐτοῦ ναόν.
Μετάφραση
Κεφάλαιο με το οποίο ελέγχονται όσοι, από αντίθετη πλάνη, ομολογούν μία απλή φύση στον Χριστό, όπως οι του Μάνεντος. Όπως είναι η θέληση, τέτοια είναι οπωσδήποτε και η φύση· και όπως είναι η ουσιώδης ενέργεια, τέτοια είναι βεβαίως και η ουσία. Γι’ αυτό όσοι, από το αντίθετο, ομολογούν στον Χριστό μία σύνθετη ενέργεια —ή μάλλον μία θεία, και μάλιστα μία μόνο— ελέγχονται ότι κηρύσσουν μέσα σ’ αυτήν και μία φύση, σύμφωνα με τους νόμους των Μανιχαίων. Παρόμοια και όσοι δογματίζουν ότι αυτός έχει ένα θέλημα απλό και εντελώς ασύνθετο, ονομάζουν τον Χριστό μία φύση απλή και παντελώς ασύνθετη· διότι λέγουν πως το θέλημα του Χριστού δεν είναι ούτε θεανδρικό, ούτε κοινό, ούτε μικτό, ούτε σύνθετο, αλλά απλό και αμιγές και παντελώς αμέθεκτο, χωρίς καθόλου να νοούν, να βλέπουν, να υπολογίζουν ή έστω να εννοούν επάνω στη νοερή και ακήρατη ψυχή του κάποια δύναμη ή έξη ή ιδιότητα λογική ή θελητική ή επιθυμητική ή βουλευτική ή διανοητική ή εξουσιαστική ή καλλιεργητική ή ενθυμηματική ή σοφιστική· αλλά λέγουν ότι ολόκληρη η θεότητα και το θέλημα της θεότητας αναπληρώνουν τη θέση όλων αυτών των προειρημένων ιδιωμάτων της νοερής μας ψυχής στον Χριστό. Προς αυτούς πάλι, εκείνο που είπαμε για την ενέργεια, αυτό θα πούμε και για τη θέληση. Έχει ειπωθεί λοιπόν από τον προφήτη για τη θεία βουλή και θέληση ότι: «Η βουλή του Κυρίου μένει στον αιώνα», χωρίς να παύει, χωρίς να ησυχάζει, χωρίς να σιωπά, χωρίς να αλλοιώνεται, ούτε από τον χρόνο, ούτε μέσω του σώματος, ούτε μέσω της ζωής, ούτε μέσω του θανάτου· αλλά η βουλή του μένει ομοίως στον αιώνα, και «οι λογισμοί της καρδίας του σε γενεά και γενεά». Αφού λοιπόν η βουλή και η θέληση του Θεού Λόγου είναι αδιάπαυστες και οι λογισμοί της καρδίας του ποτέ δεν παύουν, πες μου: είχε ο Χριστός μέσα στον τάφο, όπως και πριν από τον θάνατο, βουλή και θέληση και λογισμούς ψυχής και ενθυμήσεις και σκέψεις και λόγια —διότι «ο λόγος Κυρίου μένει στον αιώνα» ασίγητος— και μνήμες και ζωή και σοφία διδακτική και καλλιέργεια εννοιών και νου διακριτικό και επιθυμία; Και αν βέβαια πεις ότι ο Χριστός είχε όλα αυτά μέσα στο μνήμα, όπως τα είχε πριν από τον θάνατό του, ορθώς μανιχαΐζεις, λέγοντας πως ο θάνατός του και η νέκρωσή του ήταν φαινομενικά. Αν όμως, όταν χωρίσθηκε η ψυχή του από το σώμα του, το σώμα αμέσως στερήθηκε τη ζωή, την πνοή, τον λόγο, τους λογισμούς, τον νου, τη θέληση, το φαγητό και το ποτό, τον ύπνο και την ανάπαυση, τη σκέψη, την όραση, τον καρδιακό λόγο, την κίνηση, τη μετακίνηση, την πορεία, τη γονυκλισία, την προσευχή, τη λύπη, την αθυμία, την αγωνία, τη διδασκαλία, τη σοφία, και κάθε άλλη πράξη και θέληση που επιτελείται μέσω του σώματος, τότε να γνωρίσετε, ω θεατρικά παιδιά της Αρματικής ορχήστρας, ότι όλα αυτά ο Θεός Λόγος τα οικονομεί να εκπληρώνονται μέσα στον άνθρωπο κατά τη θέληση και τη διακυβέρνηση της νοερής ψυχής, όσο η ψυχή βρίσκεται μέσα στο σώμα· όταν όμως εκείνη χωρίσθηκε, έπαυσαν μέσα στον τάφο του Χριστού όλες οι κινήσεις και οι ενθυμήσεις του εσωτερικού και του εξωτερικού ανθρώπου, έστω κι αν ο Θεός Λόγος δεν εγκατέλειψε έρημο τον λυμένο ναό του.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες
- Κεφάλαιο
- {Κεφάλαιον δι’ οὖ ἐλέγχονται οἱ δι’ ἐναντίας μίαν ἁπλῆν φύσιν ὁμολογοῦντες ἐν Χριστῷ ὡς οἱ Μάνεντος νόμοι.}