Εἰ δὲ ἀμφιβάλλουσιν, ὅτι καὶ Θεός ἐστιν, αἰδείσθωσαν τὸν Θωμᾶν τὸν ψηλαφήσαντα τὸν ἐσταυρωμένον, καὶ λέγοντα Κύριον αὐτὸν εἶναι καὶ Θεόν. Καὶ φοβείσθωσαν αὐτὸν τὸν Κύριον, τὸν μετὰ τὸ νίψαι τοὺς πόδας τῶν μαθητῶν λέγοντα· Ὑμεῖς φωνεῖτέ με ὁ Κύριος καὶ ὁ διδάσκαλος, καὶ καλῶς λέγετε· εἰμὶ γάρ. Ἐν ᾧ δὲ σώματι τυγχάνων ἔνιψε τοὺς πόδας, ἐν τούτῳ τὰς ἁμαρτίας ἡμῶν ἀνήνεγκεν ἐπὶ τὸ ξύλον. Ἐμαρτυρεῖτό τε δεσπότης τῆς κτίσεως, συστείλαντος μὲν τοῦ ἡλίου τὰς ἀκτῖνας, καὶ τῆς γῆς τρεμούσης, καὶ τῶν πετρῶν σχιζομένων, καὶ τῶν δημίων ἐπιγνόντων, ὅτι ἀληθῶς Θεοῦ Υἱός ἐστιν ὁ σταυρωθείς. Οὐ γὰρ ἀνθρώπου τινὸς ἦν τὸ βλεπόμενον σῶμα, ἀλλὰ Θεοῦ, ἐν ᾧ τυγχάνων καὶ ὅτε ἐσταυροῦτο, ἤγειρε νεκρούς. Διὸ οὐδὲ καλὸν ἐκεῖνο αὐτῶν τόλμημα τὸ λέγον, ὅτι εἰς ἄνθρωπόν τινα ἅγιον ἐγένετο ὁ τοῦ Θεοῦ Λόγος (τοῦτο γὰρ ἐν ἑκάστῳ ἐγένετο τῶν προφητῶν καὶ τῶν ἄλλων ἁγίων), ἵνα μὴ καθ᾽ ἕκαστον γεννώμενος καὶ πάλιν ἀποθνήσκων φαίνηται. Οὐκ ἔστι δὲ οὕτως· μὴ γένοιτο! Ἀλλ᾽ ἅπαξ ἐπὶ συντελείᾳ τῶν αἰώνων εἰς ἀθέτησιν τῆς ἁμαρτίας αὐτὸς ὁ Λόγος σὰρξ ἐγένετο, καὶ ἐκ Μαρίας τῆς Παρθένου προῆλθεν ἄνθρωπος καθ᾽ ὁμοίωσιν ἡμετέραν, ὡς καὶ πρὸς Ἰουδαίους ἔφη· Τί ζητεῖτέ με ἀποκτεῖναι ἄνθρωπον, ὃς τὴν ἀλήθειαν ὑμῖν λελάληκα; Οὐκ ἀνθρώπου τέ τινος μετέχοντες σώματος, ἀλλὰ αὐτοῦ τοῦ Λόγου σῶμα λαμβάνοντες, θεοποιούμεθα.
Μετάφραση
Εάν όμως αμφιβάλλουν ότι είναι και Θεός, ας ντραπούν τον Θωμά, ο οποίος ψηλάφησε τον Εσταυρωμένο και ομολόγησε ότι είναι Κύριος και Θεός. Και ας φοβηθούν τον ίδιο τον Κύριο, ο οποίος, αφού έπλυνε τα πόδια των μαθητών, είπε: «Εσείς με αποκαλείτε Κύριο και Διδάσκαλο, και ορθώς λέτε, διότι είμαι». Με το σώμα, λοιπόν, στο οποίο βρισκόταν όταν έπλυνε τα πόδια, με αυτό ακριβώς ανέλαβε τις αμαρτίες μας πάνω στο ξύλο. Και επιβεβαιώθηκε ως δεσπότης της κτίσεως, όταν ο ήλιος απέσυρε τις ακτίνες του, η γη έτρεμε, οι πέτρες σχίζονταν και οι δήμιοι αναγνώρισαν ότι ο σταυρωθείς είναι αληθινά ο Υιός του Θεού. Διότι το σώμα που έβλεπαν δεν ανήκε σε κάποιον κοινό άνθρωπο, αλλά στον Θεό, και μέσω αυτού, ακόμη και όταν σταυρωνόταν, ανέστησε νεκρούς. Γι' αυτόν τον λόγο, δεν είναι καθόλου ορθό εκείνο το αυθάδες επιχείρημά τους που ισχυρίζεται ότι ο Λόγος του Θεού ενοίκησε σε κάποιον άγιο άνθρωπο (διότι αυτό συνέβη στον καθένα από τους προφήτες και τους άλλους αγίους), για να μη φαίνεται ότι γεννιέται και πάλι πεθαίνει στον καθένα τους χωριστά. Δεν έχουν έτσι τα πράγματα· μη γένοιτο! Αλλά άπαξ, κατά τη συντέλεια των αιώνων, για την εξάλειψη της αμαρτίας, ο ίδιος ο Λόγος έγινε σάρκα, και προήλθε από την Παρθένο Μαρία άνθρωπος καθ' ομοίωσή μας, όπως είπε και προς τους Ιουδαίους: «Γιατί ζητείτε να σκοτώσετε εμένα, έναν άνθρωπο ο οποίος σας έχει πει την αλήθεια;» Και έτσι, επειδή δεν μετέχουμε στο σώμα κάποιου ανθρώπου, αλλά λαμβάνουμε το σώμα του ίδιου του Λόγου, θεοποιούμαστε.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες