Ἀλλ’ οὐχ οὕτως αἱ θεῖαι γραφαὶ καὶ ὁ Παῦλος νομοθετεῖ· ἄκουσον γὰρ αὐτοῦ ἐν πάσαις ταῖς θεοφθόγγοις αὐτοῦ ἐπιστολαῖς, καὶ εὑρήσεις, ὅτι τὸν μὲν ἡμέτερον θάνατον κοίμησιν ὀνομάζει, τὸν δὲ τοῦ Χριστοῦ θάνατον οὐ κοίμησιν, ἀλλὰ θάνατον κυρίως προσαγορεύει. Περὶ μὲν γὰρ ἡμῶν φησιν· Οὐ θέλομεν ὑμᾶς ἀγνοεῖν, ἀδελφοί, περὶ τῶν κεκοιμημένων, καί, ὅτι Πάντες μὲν οὐ κοιμηθησόμεθα, καί, Οὐ μὴ φθάσωμεν τοὺς κοιμηθέντας, καὶ ἄλλα μυρία τοιαῦτα· περὶ δὲ Χριστοῦ, ὅτι Ἀπέθανε κατὰ τὰς γραφάς, καί, ὅτι Τὸν θάνατον αὐτοῦ καταγγέλλομεν, καί, ὅτι Θανατωθεὶς μὲν σαρκί, καὶ ἁπλῶς ἐν διαφόροις τόποις τὸν ἡμέτερον θάνατον κοίμησιν λέγει, ἵνα σημάνῃ τὴν ὡς ἐξ ὕπνου ἡμῶν πάντων ἀνάστασιν· τὸν δὲ τοῦ Χριστοῦ θάνατον θάνατον ὀνομάζει, ἵνα τοὺς αἱρετικοὺς καταισχύνῃ τοὺς ἐν φαντασίᾳ λέγοντας γενέσθαι τὴν σάρκωσιν καὶ τὰ λοιπὰ τὰ ἀνθρώπινα τοῦ Χριστοῦ. Τοῦτο δὲ οὐ Παῦλος ἐλάλησεν, ἀλλ’ ὁ Χριστὸς ὁ ἐν αὐτῷ οἰκῶν· αὐτὸς «θάνατον» τὸν ἴδιον θάνατον ὠνόμασεν, ὁ καὶ μετὰ θάνατον καὶ μετὰ τὴν ἄφθαρτον αὑτοῦ ἀνάστασιν πιστωσάμενος ἡμῖν τὸν λόγον τῆς σαρκώσεως διὰ τῆς βρώσεως καὶ τῶν τύπων τῶν ἥλων, ὡς προείρηται. Εἰ οὖν οὐ μόνον καθ’ ἡμᾶς τὰ καθ’ ἡμᾶς, ἀλλ’ ἔστιν ὅτε καὶ πτωχοτέρως τῶν καθ’ ἡμᾶς δείκνυσιν ὁ Χριστὸς ἐν ἑαυτῷ τὰ καθ’ ἡμᾶς ἑκουσίως καὶ οἰκονομικῶς, πῶς δυνατὸν εἰπεῖν, ὅτι οὐδὲν ὅλως τῶν ἀνθρωπίνων ἐνήργησε κατὰ φύσιν ἐπὶ γῆς;
Μετάφραση
Αλλ’ οι θείες Γραφές και ο Παύλος δεν νομοθετούν έτσι· άκουσέ τον, πράγματι, σε όλες τις θεόπνευστες επιστολές του, και θα διαπιστώσεις ότι τον δικό μας θάνατο τον ονομάζει κοίμηση, ενώ τον θάνατο του Χριστού δεν τον αποκαλεί κοίμηση, αλλά τον ονομάζει κυρίως θάνατο. Για εμάς, βέβαια, λέγει: «Δεν θέλουμε να αγνοείτε, αδελφοί, σχετικά με τους κεκοιμημένους», και: «Δεν θα κοιμηθούμε όλοι», και: «Δεν θα προφθάσουμε τους κεκοιμημένους», και αμέτρητα άλλα παρόμοια· για τον Χριστό όμως λέγει ότι «πέθανε κατά τας Γραφάς», και ότι «τον θάνατό του καταγγέλλουμε», και ότι «θανατώθηκε μεν κατά τη σάρκα». Και γενικά, σε διάφορα σημεία, τον δικό μας θάνατο τον ονομάζει κοίμηση, για να δηλώσει την ανάσταση όλων μας σαν από ύπνο· ενώ τον θάνατο του Χριστού τον ονομάζει θάνατο, για να καταισχύνει τους αιρετικούς, που λέγουν ότι η σάρκωση και τα λοιπά ανθρώπινα του Χριστού έγιναν κατά φαντασίαν. Και αυτό δεν το είπε ο Παύλος, αλλά ο Χριστός που κατοικούσε μέσα του· αυτός ο ίδιος ονόμασε «θάνατο» τον δικό του θάνατο, αυτός που και μετά τον θάνατο και μετά την άφθαρτη ανάστασή του βεβαίωσε σε εμάς την αλήθεια της σαρκώσεως με τη βρώση και με τα ίχνη των ήλων, όπως έχει ήδη λεχθεί. Εάν λοιπόν ο Χριστός δείχνει στον εαυτό του τα δικά μας όχι μόνο όπως είναι σε εμάς, αλλά κάποτε και πτωχότερα από τα δικά μας, εκουσίως και για λόγους θείας οικονομίας, πώς είναι δυνατόν να πει κανείς ότι δεν ενήργησε πάνω στη γη απολύτως τίποτε από τα ανθρώπινα κατά φύσιν;
Περισσότερα
Λεπτομέρειες
- Κεφάλαιο
- ιγʹ Συζήτησις περὶ τῶν χρήσεων τῶν πατέρων, ὧν προφέρουσιν ἡμῖν οἱ σευήρου κατὰ τῆς συνόδου Χαλκηδόνος, καὶ ἐπίλυσις αὐτῶν εὐσεβής