Πρὸς τοῦτο ἐροῦμεν ὡς ὁ σοφὸς διδάσκει Πέτρος· «Ὥστε μὴ οὐδενὶ κακὸν ἀντὶ κακοῦ ἀποδιδόναι, ἢ λοιδορίαν ἀντὶ λοιδορίας.» Ἔφη δὲ Παῦλος, ὅτι «Καὶ καταρώμενοι εὐλογοῦμεν, δυσφημούμενοι παρακαλοῦμεν.» Καὶ περὶ τοῦ Σωτῆρος δὲ ὁ Πέτρος φησίν· «Ὃς λοιδορούμενος οὐκ ἐλοιδόρει, πάσχων οὐκ ἠπείλει, παρεδίδου δὲ τῷ κρίνοντι δικαίως.» Τὸ δὲ ἐξ ἀγαθῶν, εὐφήμως ἀντὶ τῶν κακῶν τὰ ἀγαθὰ τέθεικεν· καθάπερ ἀμέλει καὶ τοὺς τὰς ὄψεις ἠδικημένους, βλέποντας πολλάκις κατονομάζειν ἔθος ἐστίν. Καὶ καθ᾽ ἕτερον νοήσεις τρόπον. Οὐ γάρ τοι, φησὶν, εἷς ὑπάρχων κἀγὼ τῶν ἐξ ἔθους ἀτιμάζεσθαι πεφυκότων, οἷς καὶ οὐχ ἑκοῦσιν τοὺς τῶν κρατούντων [ἀνάγκη] φέρειν ὀνειδισμοὺς, ἀλλ᾽ εἷς ὑπάρχων τῶν ἐν πᾶσι τοῖς ἀγαθοῖς, ἅτε δὴ καὶ βασιλικῇ δόξῃ κατεστεμμένος, τὴν ἀτιμίαν ὅμως ὑπήνεγκα, καὶ φυλακὴν ἐθέμην τῷ στόματί μου. Ἀλλ᾽ οὔτε ἐξ ἀναισθησίας τοῦτο παθὼν, ἀλλ᾽ ἐκ τοῦ φιλοσοφεῖν ἑλέσθαι, καὶ ταπεινοῦν ἑαυτὸν ἐν ὀφθαλμοῖς τοῦ Θεοῦ. <Ἐθερμάνθη ἡ καρδία μου ἐντός μου.> (A f. 215, B f. 141, L f. 106 b, I f. 195 b) Ἡ μνήμη, φησὶ, τῆς ἁμαρτίας, οἷα πῦρ εἰς τὴν καρδίαν μου ἐγένετο. Ἢ ἐπειδὴ ἔθος τοῖς ὀργιζομένοις ἀνάπτεσθαι, τοῦ περικαρδίου αὐτοῖς αἴματος περιζέοντος, Ἐθερμάνθη, φησὶν, ἡ καρδία μου ἐφ᾽ οἷς ἐλοιδορούμην.
Μετάφραση
Ως προς αυτό θα πούμε όπως διδάσκει ο σοφός Πέτρος: «Να μην ανταποδίδετε σε κανέναν κακό αντί κακού, ή λοιδορία αντί λοιδορίας.» Και ο Παύλος είπε ότι: «Όταν μας καταρώνται ευλογούμε, όταν μας δυσφημούν παρακαλούμε.» Και για τον Σωτήρα ο Πέτρος λέει: «Ο οποίος λοιδορούμενος δεν ανταπέδιδε τη λοιδορία, πάσχοντας δεν απειλούσε, αλλά παρέδιδε τον εαυτό του σε εκείνον που κρίνει δίκαια.» Το δε «από τα αγαθά», κατ' ευφημισμόν έθεσε τα αγαθά αντί των κακών· όπως ακριβώς συνηθίζεται πολλές φορές να ονομάζουμε αυτούς που έχουν υποστεί βλάβη στην όραση, βλέποντες. Και μπορείς να το κατανοήσεις και με άλλον τρόπο. Διότι δεν είμαι, λέει, και εγώ ένας από εκείνους που εκ φύσεως συνηθίζεται να ατιμάζονται, οι οποίοι έχουν την ανάγκη, έστω και παρά τη θέλησή τους, να υπομένουν τους ονειδισμούς των ισχυρών, αλλά όντας ένας από αυτούς που διαθέτουν όλα τα αγαθά, εφόσον μάλιστα είμαι στεφανωμένος με βασιλική δόξα, εντούτοις υπέμεινα την ατιμία, και έβαλα φυλακή στο στόμα μου. Αλλά ούτε το έπαθα αυτό από αναισθησία, αλλά από την επιλογή μου να φιλοσοφώ και να ταπεινώνω τον εαυτό μου στα μάτια του Θεού. <Θερμάνθηκε η καρδιά μου μέσα μου.> (A f. 215, B f. 141, L f. 106 b, I f. 195 b) Η μνήμη της αμαρτίας, λέει, έγινε σαν φωτιά στην καρδιά μου. Ή, επειδή συνηθίζεται όσοι οργίζονται να ανάβουν, καθώς το αίμα γύρω από την καρδιά τους βράζει, λέει, «Θερμάνθηκε η καρδιά μου» για όσα με λοιδορούσαν.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες