Παῦσαι λοιπόν, ἄνθρωπε, μήποτε ὁ αὐτὸς λόγος, ὃν καταφρονεῖς, φλὸξ γένηται ἐν τῷ στόματί σου καὶ καταφλογίζῃ σου τὴν γλῶσσαν. Εἰ γὰρ ἄνθρωπος ἀνθρώπῳ ποιήσας μάχην καὶ εἰρήνης γενομένης, αἰσχύνεται εἰς πρόσωπον αὐτοῦ ἐλθεῖν, πῶς σὺ σήμερον ἐν τῷ κόσμῳ ἱστάμενος καὶ αὔριον ἐν τῷ βήματι αὐτοῦ μέλλων παρίστασθαι τολμᾷς τοιαῦτα λέγεσθαι, καὶ οὐ φοβῇ μήποτε καταβῇ πῦρ ἀπ᾽ οὐρανοῦ καὶ καταφάγηταί σε ἐν τῷ σὲ ἀνοίγειν τὸ στόμα κατὰ τοῦ Παντοκράτορος; Οὐδὲ ὑποψιᾶσαι μήποτε ῥαγῇ ἄφνω ἡ γῆ ὑποκάτωθέν σου, καὶ καταφάγηταί σε; Μὴ ἀπατῶ, ἄνθρωπε· ἀδύνατον γάρ ἐστιν ἐκφυγεῖν τὰς χεῖρας τοῦ πλάσαντος ἡμᾶς. Ἄκουε τοῦ λέγοντος· βλασφημοῦντες, οἳ ἀποδώσουσι λόγον τῷ Θεῷ, μέλλοντι κρῖναι ζῶντας καὶ νεκρούς. Ἕως πότε παροργίζωμεν τὸν τοσαῦτα ἀγαθὰ ἡμῖν δωρησάμενον, ὃς λαβὼν χοῦν ἀπὸ τῆς γῆς ἔπλασε τὸν ἄνθρωπον καὶ ἐνεφύσησεν εἰς αὐτὸν πνεῦμα ζωῆς, ὃς καὶ ὑπέταξε πάντα ὑπὸ τοὺς πόδας αὐτοῦ;
Μετάφραση
Σταμάτα λοιπόν, άνθρωπε, μήπως ο ίδιος ο λόγος, τον οποίο καταφρονείς, γίνει φλόγα στο στόμα σου και καταφλέξει τη γλώσσα σου. Διότι, εάν ένας άνθρωπος που φιλονίκησε με άλλον άνθρωπο και επήλθε συμφιλίωση, ντρέπεται να τον αντικρίσει πρόσωπο με πρόσωπο, πώς εσύ, που σήμερα στέκεσαι στον κόσμο και αύριο πρόκειται να παρουσιαστείς ενώπιον του βήματός Του, τολμάς να λες τέτοια πράγματα; Και δεν φοβάσαι μήπως κατέβει φωτιά από τον ουρανό και σε καταφάει, όταν ανοίγεις το στόμα σου εναντίον του Παντοκράτορα; Ούτε υποψιάζεσαι μήπως ξαφνικά σχιστεί η γη κάτω από τα πόδια σου και σε καταπιεί; Μην απατάσαι, άνθρωπε· διότι είναι αδύνατο να ξεφύγουμε από τα χέρια Εκείνου που μας έπλασε. Άκουσε αυτόν που λέει: όσοι βλασφημούν, θα δώσουν λόγο στον Θεό, ο Οποίος πρόκειται να κρίνει ζώντες και νεκρούς. Έως πότε θα παροργίζουμε Αυτόν που μας δώρισε τόσα αγαθά, ο Οποίος, λαμβάνοντας χώμα από τη γη, έπλασε τον άνθρωπο και εμφύσησε σε αυτόν πνοή ζωής, και ο Οποίος υπέταξε τα πάντα κάτω από τα πόδια του;
Περισσότερα
Λεπτομέρειες