Καὶ οὐκ ἀπεκρίθη, ὅτι ἦν νεκρά. Καὶ ἀνέλαβεν αὐτὴν ἐπὶ τὸ ὑποζύγιον, καὶ ἀνέστη, καὶ ἐπορεύθη εἰς τὸν τόπον αὐτοῦ. Καὶ ἐλθόντες οἱ ἄνδρες ἠρώτησαν, ποῦ ἐγένετο ἡ πονηρία αὕτη. Καὶ ἀπεκρίθη ὁ Λευΐτης, ὁ ἀνὴρ αὐτῆς τῆς πεφονευμένης γυναικὸς, καὶ εἶπεν· Εἰς Γαβαὰ τοῦ Βενιαμὶν ἦλθον ἐγὼ καὶ ἡ παλλακή μου τοῦ αὐλισθῆναι. Καὶ ἀνέστησαν ἐπ᾽ ἐμὲ ἐπὶ τὴν οἰκίαν νυκτὸς, καὶ ἐμὲ ἠθέλησαν φονεῦσαι, καὶ τὴν παλλακήν μου ἐταπείνωσαν, καὶ ἀπέθανε. Καὶ ἐκράτησα τὴν παλλακήν μου, καὶ ἐμέλισα αὐτὴν, καὶ ἐξαπέστειλα ἐν παντὶ ὁρίῳ κληρονομίας υἱῶν Ἰσραήλ. Καὶ ἰδοὺ πάντες ὑμεῖς υἱοὶ Ἰσραὴλ, δότε ἑαυτοῖς λόγον καὶ βουλήν. Καὶ ἀνέστη πᾶς ὁ λαὸς ὡς ἀνὴρ εἷς, λέγοντες· Οὐκ ἀπελευσόμεθα ἀνὴρ εἰς σκήνωμα αὐτοῦ.» «Εἶπον πάντες οἱ ἄνδρες Ἰαβὶς πρὸς Ναὰς τὸν Ἀμμανίτην· Διάθου ἡμῖν διαθήκην, καὶ δουλεύσομέν σοι. Καὶ εἶπεν πρὸς αὐτοὺς Ναάς· Ἐν ταύτῃ διαθήσομαι ὑμῖν διαθήκην, ἐν τῷ ἐξορύξαι ὑμῶν τὸν ὀφθαλμὸν δεξιόν· καὶ θήσομαι ὄνειδος ἐπὶ Ἰσραήλ.
Μετάφραση
Και δεν απάντησε, διότι ήταν νεκρή. Και την ανέβασε στο υποζύγιο, και σηκώθηκε, και πορεύθηκε στον τόπο του. Και όταν ήλθαν οι άνδρες ρώτησαν, πού έγινε αυτή η κακία. Και αποκρίθηκε ο Λευίτης, ο σύζυγος της δολοφονημένης γυναίκας, και είπε: Στη Γαβαά του Βενιαμίν ήλθα εγώ και η παλλακίδα μου για να διανυκτερεύσουμε. Και ξεσηκώθηκαν εναντίον μου στο σπίτι μέσα στη νύχτα, και εμένα θέλησαν να φονεύσουν, και την παλλακίδα μου την ταπείνωσαν, και πέθανε. Και έπιασα την παλλακίδα μου, την τεμάχισα, και την έστειλα σε κάθε όριο της κληρονομιάς των υιών του Ισραήλ. Και ιδού, όλοι εσείς οι υιοί του Ισραήλ, δώστε μεταξύ σας λόγο και συμβουλή. Και σηκώθηκε όλος ο λαός σαν ένας άνθρωπος, λέγοντας: Δεν θα αναχωρήσει κανένας για το σκήνωμά του.» «Είπαν όλοι οι άνδρες της Ιαβίς προς τον Ναάς τον Αμμανίτη: Σύναψε μαζί μας συνθήκη, και θα γίνουμε δούλοι σου. Και είπε προς αυτούς ο Ναάς: Με αυτόν τον όρο θα συνάψω μαζί σας συνθήκη, με το να εξορύξω τον δεξιό σας οφθαλμό· και θα επιθέσω όνειδος στον Ισραήλ.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες