Ἐπειδὴ γὰρ πολλοὶ τῶν ἀρχόντων, ὅταν μὲν κλέπτωσιν, ἐπιεικεῖς εἰσι καὶ μέτριοι καὶ προσηνεῖς οὐκ οἴκοθεν, ἀλλὰ διὰ τὴν ἀνάγκην τοῦ συνειδότος, ἐκ τῶν κλεμμάτων περιῃρημένοι τὴν παῤῥησίαν· οἱ δὲ ἀδωροδόκητοι, φορτικοὶ καὶ ἐπαχθεῖς, οὐδὲ αὐτοὶ πάλιν οἴκοθεν, ἀλλ᾽ ὑπό τινος κενοδοξίας καὶ τοῦ καθαροὶ λημμάτων εἶναι· ἀμφότερα δὲ οὐκ ἄν τις ἴδοι ῥᾳδίως συνελθόντα εἰς ἕνα· δεῖξαι βουλόμενος ὁ ἅγιος οὗτος, ὅτι ἀμφοτέρων περιεγένετο, καὶ λημμάτων ἐκράτει καὶ ὀργῆς, εἰπὼν, Μὴ μόσχον τινὸς ὑμῶν εἴληφα; οὐκ ἐσίγησεν, ἀλλ᾽ ἐπήγαγεν, Ἢ κατεδυνάστευσά τινα ὑμῶν ἢ ἐξεπίεσα; τοῦτ᾽ ἔστιν, ἐξέθλιψα; Ὃ δὲ λέγει τοιοῦτόν ἐστιν· Οὐδεὶς ἂν ἔχοι τοῦτο εἰπεῖν, ὅτι οὐκ ἔλαβον μὲν, ἐπειδὴ δὲ οὐκ ἔλαβον, φορτικὸς ἐγενόμην καὶ ἐπαχθὴς καὶ ὠμὸς καὶ ἄγριος. Διὰ τοῦτο ἔλεγεν, Ἢ κατεδυνάστευσά τινα ὑμῶν; Τί οὖν ἐκεῖνοι; Οὔτε κατεδυνάστευσας ἡμᾶς, οὔτε ἐξεπίεσας, οὐδὲ εἴληφας ἐκ χειρὸς ἡμῶν οὐδέν. Καὶ ἵνα μάθῃς, ὅτι καὶ τὸν βασιλέα αὐτὸν παιδεύων ταῦτα ἔλεγεν, ἐπήγαγε· Μάρτυς Κύριος, καὶ μάρτυς ὁ χριστὸς αὐτοῦ· τοῦτο δὲ ἡμῖν αὐτὸ παραδηλῶν καὶ δεικνὺς, ὡς οὐκ ἦν ἡ μαρτυρία κεχαρισμένη, αὐτὸν ἐκάλεσε μάρτυρα τὸν τὰ ἀπόῤῥητα τῆς διανοίας εἰδότα, ὅπερ ἐστὶ καθαροῦ συνειδότος ἀπόδειξις.
Μετάφραση
Επειδή, βέβαια, πολλοί από τους άρχοντες, όταν κλέβουν, είναι επιεικείς, μετριοπαθείς και προσηνείς, όχι από τη φύση τους, αλλά λόγω της ανάγκης της συνειδήσεως, έχοντας απολέσει την παρρησία τους εξαιτίας των κλοπών· εκείνοι πάλι που είναι αδιάφθοροι και δεν δωροδοκούνται, είναι φορτικοί και επαχθείς, ούτε και αυτοί από τη φύση τους, αλλά υποκινούμενοι από κάποια κενοδοξία και από το γεγονός ότι είναι καθαροί από αθέμιτα κέρδη. Και τα δύο αυτά δεν θα τα έβλεπε κανείς εύκολα να συνυπάρχουν στον ίδιο άνθρωπο. Θέλοντας, λοιπόν, να δείξει αυτός ο άγιος ότι υπερίσχυσε και των δύο, και ότι κυριάρχησε και στα κέρδη και στην οργή, αφού είπε «Μήπως πήρα το μοσχάρι κανενός σας;», δεν σιώπησε, αλλά πρόσθεσε «Ή μήπως καταδυνάστευσα κάποιον από εσάς ή τον καταπίεσα;», δηλαδή, τον συνέθλιψα; Αυτό δε που λέει έχει την εξής έννοια: «Κανείς δεν θα μπορούσε να ισχυριστεί τούτο, ότι δηλαδή ναι μεν δεν πήρα, αλλά, επειδή δεν πήρα, έγινα φορτικός, επαχθής, σκληρός και άγριος». Γι' αυτό έλεγε: «Ή μήπως καταδυνάστευσα κάποιον από εσάς;». Τι του απάντησαν, λοιπόν, εκείνοι; «Ούτε μας καταδυνάστευσας, ούτε μας καταπίεσας, ούτε πήρες τίποτε από τα χέρια μας». Και για να μάθεις ότι τα έλεγε αυτά νουθετώντας παιδαγωγικά και τον ίδιο τον βασιλιά, πρόσθεσε: «Μάρτυρας είναι ο Κύριος, και μάρτυρας ο χριστός του (ο χρισμένος του)»· υποδηλώνοντας δε και αποδεικνύοντας σε εμάς ακριβώς αυτό, ότι δηλαδή η μαρτυρία δεν ήταν χαριστική, κάλεσε ως μάρτυρα Εκείνον που γνωρίζει τα απόκρυφα της διανοίας, πράγμα το οποίο αποτελεί απόδειξη καθαρής συνειδήσεως.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες