εʹ. Ταῦτα τοίνυν εἰπόντος τοῦ Σαοὺλ, μᾶλλον ἔδεισεν ὁ δῆμος, καὶ πάντες ἦσαν ἐν τρόμῳ καὶ φόβῳ πολλῷ· ὁ δὲ διάβολος ἔχαιρε πάντας ἐν ἀγωνίᾳ καταστήσας. Οὐ γὰρ ἦν ὁ ἀποκρινόμενος, φησὶν, ἐκ παντὸς τοῦ λαοῦ. Καὶ εἶπε Σαούλ· Ὑμεῖς ἔσεσθε εἰς δουλείαν, καὶ ἐγὼ καὶ Ἰωνάθαν ὁ υἱός μου εἰς δουλείαν. Ὃ δὲ λέγει τοιοῦτόν ἐστιν· Οὐδὲν ἕτερον σπουδάζετε, φησὶν, ἀλλ᾽ ἢ τοῖς πολεμίοις ὑμᾶς παραδοῦναι καὶ δούλους ἀντ᾽ ἐλευθέρων ποιῆσαι, τὸν Θεὸν καθ᾽ ὑμῶν παροξύναντες, τῷ μὴ διδόναι τὸν ὑπεύθυνον. Ὅρα δὲ καὶ ἄλλην ἀπὸ τοῦ ὅρκου γινομένην ἐναντίωσιν. Δέον γὰρ, εἴπερ ἐβούλετο τὸν αἴτιον εὑρεῖν, μηδὲν ἀπειλῆσαι τοιοῦτο, μηδὲ ὅρκῳ καταδῆσαι τὴν τιμωρίαν, ἵν᾽ ἀδεέστεροι γενόμενοι προχειρότερον εἰς μέσον ἀγάγωσι τὸν ὑπεύθυνον· ὁ δὲ ὑπὸ θυμοῦ καὶ μανίας πολλῆς καὶ τῆς προτέρας ἀλογίας, πάλιν τοὐναντίον ἤπερ βούλεται ποιεῖ. Τί δεῖ τὰ πολλὰ λέγειν; Κλήρῳ τὸ πρᾶγμα ἐπέτρεψε, καὶ κατακληροῦνται Σαοὺλ καὶ Ἰωνάθαν. Καὶ εἶπε Σαούλ· Βάλετε κλῆρον ἀνὰ μέσον ἐμοῦ καὶ Ἰωνάθαν· καὶ βάλλουσι κλῆρον, καὶ κατακληροῦται Ἰωνάθαν. Καὶ εἶπε Σαοὺλ πρὸς Ἰωνάθαν· Ἀπάγγειλόν μοι τί ἐποίησας. Καὶ ἀπήγγειλεν αὐτῷ Ἰωνάθαν λέγων· Γευσάμενος ἐγευσάμην ἐν ἄκρῳ τῷ σκήπτρῳ ἐν τῇ χειρί μου μικρὸν ἐκ τοῦ μέλιτος· καὶ ἰδοὺ ἐγὼ ἀποθνήσκω. Τίνα οὐκ ἂν ἐπέκαμψε, τίνα οὐκ ἂν εἰς οἶκτον ἤνεγκε ταῦτα τὰ ῥήματα;
Μετάφραση
ε΄. Όταν λοιπόν ο Σαούλ είπε αυτά, ο λαός φοβήθηκε ακόμη περισσότερο, και όλοι βρίσκονταν σε τρόμο και μεγάλο φόβο· ο δε διάβολος χαιρόταν, έχοντας ρίξει τους πάντες σε αγωνία. Διότι δεν υπήρχε κανείς από όλο τον λαό, λέει η Γραφή, που να του απαντήσει. Και είπε ο Σαούλ: «Εσείς θα παραδοθείτε στη δουλεία, και εγώ και ο Ιωνάθαν ο γιος μου θα παραδοθούμε στη δουλεία». Και αυτό που λέει σημαίνει το εξής: Δεν επιδιώκετε τίποτε άλλο, λέει, παρά να παραδώσετε τους εαυτούς σας στους εχθρούς και να γίνετε από ελεύθεροι δούλοι, εξοργίζοντας τον Θεό εναντίον σας, με το να μην παραδίδετε τον ένοχο. Πρόσεξε όμως και μία άλλη αρνητική συνέπεια που προκύπτει από τον όρκο. Διότι, αν ήθελε πραγματικά να βρει τον υπαίτιο, θα έπρεπε να μην απειλήσει με τέτοιο τρόπο, ούτε να επισφραγίσει την τιμωρία με όρκο, έτσι ώστε οι άνθρωποι, απαλλαγμένοι από τον φόβο, να φέρουν πιο εύκολα τον ένοχο στο μέσον. Αυτός, όμως, παρασυρμένος από τον θυμό και την πολλή μανία και την προηγούμενη παραφροσύνη του, κάνει πάλι το αντίθετο από αυτό που θέλει. Τι χρειάζεται να λέμε πολλά; Εμπιστεύθηκε το ζήτημα στον κλήρο, και η κλήρωση πέφτει στον Σαούλ και στον Ιωνάθαν. Και είπε ο Σαούλ: «Βάλτε κλήρο ανάμεσα σε μένα και τον Ιωνάθαν»· και βάζουν κλήρο, και κληρώνεται ο Ιωνάθαν. Και είπε ο Σαούλ προς τον Ιωνάθαν: «Πες μου τι έκανες». Και του αποκρίθηκε ο Ιωνάθαν λέγοντας: «Γεύτηκα με την άκρη του ραβδιού που κρατούσα στο χέρι μου λίγο μέλι· και ιδού, πεθαίνω». Ποιον δεν θα λύγιζαν, ποιον δεν θα κινούσαν σε οίκτο αυτά τα λόγια;
Περισσότερα
Λεπτομέρειες