Ἰδὼν δὲ ἀντικρὺ ὁ Σαοὺλ, καὶ τεταραγμένοις ἐπιπεσὼν, νικᾷ κατὰ κράτος, καὶ ὥρκισε μηδένα τινὸς γεύσασθαι ἕως ἑσπέρας. Ὁ Ἰωνάθαν οὐκ ἐπακούσας ἐγεύσατο μέλιτος. Προσέρχεται ὁ Σαοὺλ ἐρωτῆσαι τὸν Θεὸν, εἰ δέοι ἐπιδιῶξαι ὀπίσω τῶν ἐχθρῶν. Οὐκ ἀποκρίνεται αὐτῷ ὁ Θεός. Συνῆκεν ἁμάρτημα γεγενῆσθαι ἐν τῷ λαῷ. Ὡς δὲ ἀνεδείχθη Ἰωνάθαν, ἕτοιμος ἦν αὐτὸν ἀνελεῖν. Ὁ δὲ λαὸς ἐξείλετο αὐτὸν τῶν χειρῶν αὐτοῦ. Παραγγέλλει ὁ Σαμουὴλ τῷ Σαοὺλ, ὥστε καταπολεμῆσαι τὸν Ἀμαλὴκ, καὶ ἀναθεματίσαι πάντα, καὶ μηδενὸς φείσασθαι. Ὁ δὲ παρήκουσε, καὶ περιεποιήσατο τὸν Ἀγὰγ τὸν βασιλέα αὐτῶν, καὶ ποίμνια, καὶ βουκόλια. Ἐλθὼν εἶδεν ὁ Σαμουὴλ, ὠργίσθη, καί φησιν· Οὐ θέλει Κύριος ὁλοκαυτώσεις καὶ θυσίας, ὡς τὸ ἀκοῦσαι τῆς φωνῆς αὐτοῦ· ἰδοὺ γὰρ ἀκοὴ ἀγαθὸν ὑπὲρ θυσίαν. Ἀπειλεῖ καὶ τότε αὐτῷ τὴν ἐξαίρεσιν τῆς βασιλείας. Ὁ δὲ Σαοὺλ παρεβιάζετο αὐτὸν συναπελθεῖν αὐτῷ. Ὁ δὲ οὐκ ἐθέλησεν.
Μετάφραση
Βλέποντας δε απέναντι ο Σαούλ, και επιτιθέμενος στους εχθρούς ενώ ήταν ταραγμένοι, νικά κατά κράτος και έβαλε όρκο να μη γευθεί κανείς τίποτα μέχρι το βράδυ. Ο Ιωνάθαν, επειδή δεν είχε ακούσει, γεύτηκε μέλι. Προσέρχεται ο Σαούλ να ρωτήσει τον Θεό αν έπρεπε να καταδιώξει τους εχθρούς. Δεν του αποκρίνεται ο Θεός. Κατάλαβε τότε ότι είχε διαπραχθεί αμάρτημα στον λαό. Όταν δε υποδείχθηκε ο Ιωνάθαν, ήταν έτοιμος να τον θανατώσει. Ο λαός όμως τον γλίτωσε από τα χέρια του. Παραγγέλλει ο Σαμουήλ στον Σαούλ να καταπολεμήσει τον Αμαλήκ, να παραδώσει τα πάντα στο ανάθεμα και να μη λυπηθεί τίποτα. Εκείνος όμως παράκουσε και διατήρησε στη ζωή τον Αγάγ, τον βασιλιά τους, καθώς και ποίμνια και κοπάδια. Όταν ήλθε ο Σαμουήλ και τα είδε, οργίστηκε και λέει: Δεν θέλει ο Κύριος ολοκαυτώματα και θυσίες, όσο το να υπακούει κανείς στη φωνή Του· διότι, ιδού, η υπακοή είναι αγαθό ανώτερο από τη θυσία. Τότε τον απειλεί και με την αφαίρεση της βασιλείας. Ο δε Σαούλ τον πίεζε φορτικά να αναχωρήσουν μαζί. Εκείνος όμως δεν θέλησε.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες