Ἐπειδὴ δὲ ἐκεῖνος ἠπίστει λέγων, Οὐ δυνήσῃ πορευθῆναι· σὺ παιδάριον εἶ, αὐτὸς δὲ ἀνὴρ πολεμιστὴς ἐκ νεότητος αὐτοῦ, ἐν ἀπορίᾳ ὢν λοιπὸν ὁ Δαυῒδ ἀναγκάζεται τὰ οἰκεῖα διηγεῖσθαι ἐγκώμια. Ὅτι γὰρ οὐκ ἐβούλετο, διὰ τῶν προτέρων ἔδειξεν, οὔτε πρὸς τοὺς ἀδελφοὺς εἰπών τι τῶν αὑτοῦ κατορθωμάτων, οὔτε πρὸς τοὺς στρατιώτας, ἀλλ᾽ οὐδὲ πρὸς αὐτὸν τὸν βασιλέα, ἕως εἶδεν αὐτὸν ἀπιστοῦντα καὶ ἀγωνιῶντα καὶ κωλύοντα τὴν ἔφοδον τὴν κατ᾽ ἐκείνου.
Μετάφραση
Επειδή όμως εκείνος δυσπιστούσε λέγοντας: «Δεν θα μπορέσεις να πας· εσύ είσαι παιδάριο, ενώ αυτός είναι άνδρας πολεμιστής από τη νεότητά του», βρισκόμενος λοιπόν σε αμηχανία ο Δαβίδ, αναγκάζεται να διηγηθεί τα δικά του κατορθώματα. Διότι το ότι δεν το επιθυμούσε, το απέδειξε με την προηγούμενη στάση του, αφού δεν ανέφερε τίποτα για τα κατορθώματά του ούτε στους αδελφούς του, ούτε στους στρατιώτες, αλλά ούτε και στον ίδιο τον βασιλιά, έως ότου τον είδε να δυσπιστεί, να αγωνιά και να προσπαθεί να αποτρέψει την επίθεση εναντίον εκείνου.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες