Λέων στόμα ἔχει βρομῶδες καὶ δυσωδέστατον· τοιοῦτος ὁ διάβολος, βλασφημίας ἐρευγόμενος καὶ τῇ πολυθεΐᾳ βρόμων. Ὁ λέων καθεύδων ἀνεῳγμένους ἔχει τοὺς ὀφθαλμούς· καὶ οἱ δαίμονες καὶ ὁ διάβολος, εὐλάβειαν καὶ ἐπιείκειαν ὑποκρινόμενοι, ἀνεῳγμένους τοὺς ὀφθαλμοὺς πρὸς κακίαν ἔχουσιν, ὡς γέγραπται· 〈Οὐ γὰρ μὴ ὑπνώσωσιν, ἐὰν μὴ κακοποιήσωσιν.〉 Ἵνα οὖν δείξῃ ὅτι οὐ περὶ αἰσθητοῦ λέοντος, ἀλλὰ περὶ τοῦ νοητοῦ ἔλεγεν, οὐκ εἶπε· Μήποτε ἁρπάσῃ ὡς λέων τὴν σάρκα μου ἢ τὸ σῶμά μου, ἀλλά· 〈Μήποτε ἁρπάσῃ ὡς λέων τὴν ψυχήν μου.〉 Λέων δὲ τὸ θηρίον ψυχὴν ἁρπάζειν οὐκ οἶδεν. Καὶ ὅτι λεόντων σώματά εἰσι καὶ οὐ ψυχαὶ ἡ τροφή, μάρτυς ὁ Δανιὴλ περὶ τῶν ἑπτὰ λεόντων εἰπών· 〈Καὶ ἦσαν ἐν τῷ λάκκῳ ἑπτὰ λέοντες, καὶ ἐδίδοτο αὐτοῖς καθ᾽ ἑκάστην ἡμέραν δύο σώματα καὶ δύο πρόβατα·〉 σώματα καὶ πρόβατα, ἀλλ᾽ οὐκ ἀνθρώπων ψυχαί. 〈Μήποτε ἁρπάσῃ ὡς λέων τὴν ψυχήν μου.〉 Καὶ πῶς ἁρπάζει ὡς λέων; 〈Μὴ ὄντος λυτρουμένου μηδὲ σώζοντος.〉 Εἰ γὰρ τοῦ Δαυὶδ ποιμαίνοντος, ὅταν ἦλθε λέων ἢ ἄρκος καὶ ἐλάμβανε πρόβατον ἐκ τῆς ἀγέλης, ὁ Δαυὶδ ἐξήρχετο κατόπισθεν ὡς κατὰ τυράννων στρατηγός, καὶ τὸν θῆρα ἔτυπτε καὶ τὸ πρόβατον ὡς αἰχμάλωτον ἀποσπάσας ἔσωζε, πόσῳ μᾶλλον θεοῦ λυτρουμένου καὶ σώζοντος ὁ λέων ὁ διάβολος ἁρπάζειν οὐ δύναται. 〈Μήποτε ἁρπάσῃ ὡς λέων τὴν ψυχήν μου·〉 φύλαττέ με ὡς ποιμήν, καὶ οἱ ὀδόντες ἀργοῦσι τοῦ λέοντος.
Μετάφραση
Το λιοντάρι έχει στόμα βρωμερό και εξαιρετικά δυσώδες· τέτοιος είναι ο διάβολος, που ξερνά βλασφημίες και βρωμά από την πολυθεΐα. Το λιοντάρι όταν κοιμάται έχει τα μάτια του ανοιχτά· και οι δαίμονες και ο διάβολος, υποκρινόμενοι ευλάβεια και επιείκεια, έχουν τα μάτια τους ανοιχτά προς την κακία, όπως είναι γραμμένο: «Διότι δεν πρόκειται να κοιμηθούν, εάν δεν πράξουν κακό». Για να δείξει λοιπόν ότι δεν μιλούσε για αισθητό λιοντάρι, αλλά για το νοητό, δεν είπε: «Μήπως τυχόν και αρπάξει σαν λιοντάρι τη σάρκα μου ή το σώμα μου», αλλά: «Μήπως τυχόν και αρπάξει σαν λιοντάρι την ψυχή μου». Αλλά το λιοντάρι ως θηρίο δεν γνωρίζει πώς να αρπάζει ψυχή. Και ότι η τροφή των λιονταριών είναι τα σώματα και όχι οι ψυχές, είναι μάρτυρας ο Δανιήλ, λέγοντας για τα επτά λιοντάρια: «Και ήταν μέσα στον λάκκο επτά λιοντάρια, και τους δίνονταν κάθε μέρα δύο σώματα και δύο πρόβατα»· σώματα και πρόβατα, αλλά όχι ψυχές ανθρώπων. «Μήπως τυχόν και αρπάξει σαν λιοντάρι την ψυχή μου». Και πώς αρπάζει σαν λιοντάρι; «Όταν δεν υπάρχει κανείς που να λυτρώνει ούτε να σώζει». Διότι, εάν την εποχή που ποίμαινε ο Δαβίδ, όταν ερχόταν ένα λιοντάρι ή μια αρκούδα και άρπαζε ένα πρόβατο από το κοπάδι, ο Δαβίδ έβγαινε από πίσω του σαν στρατηγός εναντίον τυράννων, και χτυπούσε το θηρίο και, αποσπώντας το πρόβατο σαν αιχμάλωτο, το έσωζε, πόσο μάλλον όταν ο Θεός λυτρώνει και σώζει, δεν μπορεί να αρπάξει το λιοντάρι, δηλαδή ο διάβολος. «Μήπως τυχόν και αρπάξει σαν λιοντάρι την ψυχή μου»· φύλαγέ με σαν ποιμένας, και τα δόντια του λιονταριού μένουν αδρανή.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες