Ἧκεν ἐπισκεψόμενος τοὺς ἀδελφοὺς ὁ Δαβὶδ, καὶ συμβάλλει εἰς μάχην, ὁ γυμνὸς τῷ ἐνόπλῳ, ὁ ἀπειροπόλεμος τῷ πολυπολέμῳ, ὁ νέος τῷ ἀνδρί· καὶ πάντων πτηξάντων, καὶ μηδενὸς τολμῶντος ἐπεξελθεῖν, Δαβὶδ ἀναδέχεται τὸν πόλεμον. Εἰδὼς δὲ ἔψαλλεν, ὅτι τοῦ Θεοῦ ὁ πόλεμος, καὶ ὅτι «Ψευδὴς ἵππος εἰς σωτηρίαν, ἐν δὲ πλήθει δυνάμεως αὐτοῦ οὐ σωθήσεται.» ᾜδει ἃ ἔψαλλεν· εἶχεν ὅπλον μέγιστον τὴν πίστιν, καὶ περικεφαλαίαν περιέθετο σωτηρίου, καὶ ἀναλαβὼν ῥάβδον καὶ σφενδόνην, τὸν λίθον περιειλήσας, πλήξας τὸν ἀντίδικον, συντόμως κατήνεγκε. Παρατρέχομεν γὰρ τὰ ῥήματα· ἐπειδὴ οὐ τοῦτο νῦν ἐστι τὸ προκείμενον.
Μετάφραση
Ήλθε ο Δαβίδ για να επισκεφθεί τους αδελφούς του και συνάπτει μάχη, ο άοπλος με τον ένοπλο, ο άπειρος περί τον πόλεμο με τον εμπειροπόλεμο, ο νέος με τον ώριμο άνδρα. Και ενώ όλοι είχαν πτοηθεί και κανείς δεν τολμούσε να βγει σε αναμέτρηση, ο Δαβίδ αναλαμβάνει τον πόλεμο. Έχοντας μάλιστα επίγνωση έψαλλε, ότι ο πόλεμος ανήκει στον Θεό, και ότι «το άλογο είναι ψευδής ελπίδα σωτηρίας, και με το πλήθος της δυνάμεώς του δεν μπορεί να σώσει». Γνώριζε καλά τι έψαλλε· είχε ως μέγιστο όπλο την πίστη, φόρεσε την περικεφαλαία του σωτηρίου και, αφού πήρε ράβδο και σφενδόνη, περιστρέφοντας τον λίθο και πλήττοντας τον αντίπαλο, γρήγορα τον κατέρριψε. Παρατρέχουμε όμως αυτά τα λόγια, επειδή δεν είναι αυτό το προκείμενο θέμα μας τώρα.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες