Ὃ δὲ λέγει, τοιοῦτόν ἐστιν· Ἄνελέ μοι, φησὶν, ἑκατὸν ἄνδρας, καὶ τοῦτο ἀντὶ τῶν ἕδνων ἔσται μοι. Ταῦτα δὲ ἔλεγε βουλόμενος αὐτὸν προφάσει τοῦ γάμου παραβαλεῖν τοῖς ἐχθροῖς. δʹ. Ἀλλ᾽ ὅμως ὁ Δαυῒδ κατὰ τὴν αὑτοῦ πραότητα τὰ πράγματα κρίνων, διεκρούσατο τὸν γάμον, οὐ διὰ τὸν κίνδυνον, οὐδὲ διὰ τὸν φόβον τῶν πολεμίων, ἀλλὰ διὰ τὸ νομίζειν ἀνάξιον ἑαυτὸν εἶναι τῆς πρὸς ἐκεῖνον συγγενείας, καὶ ταυτὶ πρὸς τοὺς δούλους αὐτοῦ λέγει τὰ ῥήματα· Εἰ κοῦφόν ἐστιν ἐν ὀφθαλμοῖς ὑμῶν ἐπιγαμβρεῦσαί με τῷ βασιλεῖ; ἐγὼ δὲ ἀνὴρ ταπεινὸς, καὶ οὐκ ἔντιμος. Καὶ μὴν ὀφειλὴ τὸ πρᾶγμα ἦν, καὶ μισθὸς καὶ ἀνταπόδοσις τῶν πόνων· ἀλλ᾽ οὕτως ἦν συντετριμμένην ἔχων τὴν καρδίαν, ὡς μετὰ τοσαῦτα κατορθώματα, καὶ λαμπρὰν οὕτω νίκην, καὶ ὑπόσχεσιν ὡμολογημένην, ἀνάξιον εἶναι νομίζειν τοῦ λαβεῖν τὸν ὀφειλόμενον αὐτῷ μισθόν· καὶ ταῦτα ἐνόμιζε, πάλιν μέλλων κινδυνεύειν. Ἐπειδὴ δὲ τῶν πολεμίων ἐκράτησε, καὶ τὴν θυγατέρα ἔλαβε τοῦ βασιλέως, πάλιν Ἔψαλλεν ὁ Δαυῒδ, καὶ ἐζήτει Σαοὺλ τοῦ πατάξαι αὐτὸν ἐν τῷ δόρατι, καὶ ἐπάταξε· καὶ ἐξέκλινεν ὁ Δαυΐδ· καὶ ἐπάταξε τὸ δόρυ ἐν τῷ τοίχῳ. Τίνα οὐκ ἂν καὶ τῶν σφόδρα φιλοσοφεῖν ἐπισταμένων εἰς θυμὸν ταῦτα ἐξήνεγκε, καὶ εἰ μηδὲν ἕτερον, τῆς οἰκείας προνοοῦντα ἀσφαλείας ἔπεισεν ἀνελεῖν τὸν ἀδίκως ἐπιβουλεύοντα;
Μετάφραση
Αυτό δε που λέει, είναι το εξής: Φόνευσέ μου, λέει, εκατό άνδρες, και αυτό θα είναι για εμένα αντί για προίκα. Αυτά τα έλεγε, επειδή ήθελε με την πρόφαση του γάμου να τον εκθέσει στους εχθρούς. Αλλά όμως ο Δαβίδ, κρίνοντας τα πράγματα σύμφωνα με τη δική του πραότητα, απέφυγε τον γάμο, όχι εξαιτίας του κινδύνου, ούτε εξαιτίας του φόβου των εχθρών, αλλά επειδή θεωρούσε τον εαυτό του ανάξιο για τη συγγένεια με εκείνον, και λέει στους δούλους του τα εξής λόγια: «Είναι τάχα ασήμαντο στα μάτια σας το να γίνω γαμπρός του βασιλιά; Εγώ είμαι άνθρωπος ταπεινός και άσημος». Και όμως, το γεγονός αυτό αποτελούσε οφειλή, αμοιβή και ανταπόδοση των κόπων του· αλλά είχε τόσο συντετριμμένη την καρδιά του ώστε, ύστερα από τόσα κατορθώματα, από μια τόσο λαμπρή νίκη και μια συμφωνημένη υπόσχεση, να θεωρεί ότι είναι ανάξιος να λάβει την αμοιβή που του οφειλόταν· και αυτά τα πίστευε, ενώ επρόκειτο πάλι να κινδυνεύσει. Όταν δε κατανίκησε τους εχθρούς και πήρε ως σύζυγο τη θυγατέρα του βασιλιά, πάλι ο Δαβίδ έψαλλε, και ο Σαούλ ζήτησε να τον χτυπήσει με το δόρυ, και το εξακόντισε· αλλά ο Δαβίδ απέφυγε, και το δόρυ χτύπησε στον τοίχο. Ποιον, ακόμη και από εκείνους που γνωρίζουν πάρα πολύ καλά να φιλοσοφούν, δεν θα τον εξόργιζαν αυτά, και, αν μη τι άλλο, φροντίζοντας για την προσωπική του ασφάλεια, δεν θα τον έπειθαν να θανατώσει αυτόν που άδικα τον επιβουλευόταν;
Περισσότερα
Λεπτομέρειες