Ἐκεῖνος μὲν γὰρ καὶ ζωὴν καὶ βασιλείαν αὐτῷ ἐχαρίσατο· οὗτος δὲ βασιλείας αὐτῷ παραχωρεῖν ἔμελλε μόνης. Πλὴν ἀλλ᾽ ἴδωμεν αὐτοῦ τὰς ἀμοιβάς. Τίνες οὖν ἦσαν αὗται; Δι᾽ ὑποψίας εἶχεν αὐτὸν λοιπὸν, καὶ ὑπεβλέπετο ἀπὸ τῆς ἡμέρας ἐκείνης. Τίνος ἕνεκεν, καὶ διὰ τί; Ἀναγκαῖον γὰρ καὶ τῆς ὑποψίας τὴν αἰτίαν εἰπεῖν. Οὐδὲν μὲν γὰρ, ὅπερ ἂν εἴπῃ τις, ἐρεῖ δίκαιον. Πρὸς γὰρ τὸν τὴν ψυχὴν χαρισάμενον, καὶ τὴν ζωὴν δωρησάμενον, ποία δικαίας ὑποψίας πρόφασις ἦν; Πλὴν ἀλλὰ καὶ αὐτὴν τὴν αἰτίαν τῆς ἔχθρας ἴδωμεν, ἵνα μάθητε, ὅτι καὶ τῆς νίκης οὐκ ἔλαττον καὶ διὰ ταῦτα τιμᾶσθαι δίκαιος ἦν, δι᾽ ἅπερ ὑπωπτεύετο καὶ ἐπεβουλεύετο μετὰ ταῦτα. Τίς οὖν ἡ αἰτία τῆς ὑποψίας ἦν; Ἐπειδὴ τοῦ βαρβάρου τὴν κεφαλὴν ἔλαβε, καὶ τὰ λάφυρα ἔχων ἐπανῄει, Ἐξῆλθον αἱ χορεύουσαι, φησὶν, ᾄδουσαι καὶ λέγουσαι· Ἐπάταξε Σαοὺλ ἐν χιλιάσιν αὐτοῦ, καὶ Δαυῒδ ἐν μυριάσιν αὐτοῦ. Καὶ ὠργίσθη Σαοὺλ, καὶ ἦν ὑποβλεπόμενος τὸν Δαυῒδ ἀπὸ τῆς ἡμέρας ἐκείνης καὶ ἐπέκεινα. Τίνος ἕνεκεν, εἰπέ μοι; Μάλιστα μὲν γὰρ, εἰ καὶ ἀδίκως ταῦτα ἐλέγετο, οὐδὲ οὕτως πρὸς αὐτὸν ἀπεχθῶς διατεθῆναι ἔδει, ἀλλ᾽ ἀπὸ τῶν γεγενημένων τὴν εὔνοιαν αὐτοῦ μαθόντα, καὶ ὅτι μηδενὸς ἀναγκάζοντος, μηδὲ βιαζομένου, ἐξ οἰκείας εὐνοίας τοσοῦτον ὑπέμεινε κίνδυνον, μηδὲν μηκέτι λοιπὸν ὑποπτεύειν περὶ αὐτοῦ πονηρόν.
Μετάφραση
Διότι εκείνος μεν του χάρισε και τη ζωή και τη βασιλεία· αυτός δε επρόκειτο να του παραχωρήσει μόνο τη βασιλεία. Πλην όμως, ας δούμε τις ανταμοιβές του. Ποιες λοιπόν ήταν αυτές; Τον αντιμετώπιζε στο εξής με καχυποψία και τον έβλεπε εχθρικά από την ημέρα εκείνη. Για ποιον λόγο και γιατί; Διότι είναι αναγκαίο να αναφέρουμε και την αιτία της καχυποψίας. Επειδή τίποτα, ό,τι κι αν επικαλεστεί κανείς, δεν θα είναι δίκαιο. Διότι, απέναντι σε εκείνον που του έσωσε την ψυχή και του δώρισε τη ζωή, ποια πρόφαση δίκαιης καχυποψίας υπήρχε; Πλην όμως, ας δούμε την ίδια την αιτία της έχθρας, για να μάθετε ότι ήταν δίκαιο να τιμάται –όχι λιγότερο από ό,τι για τη νίκη– και για εκείνα ακριβώς για τα οποία στη συνέχεια αντιμετωπιζόταν με καχυποψία και επιβουλή. Ποια ήταν λοιπόν η αιτία της καχυποψίας; Επειδή πήρε το κεφάλι του βαρβάρου και επέστρεφε έχοντας τα λάφυρα, βγήκαν οι γυναίκες χορεύοντας, αναφέρει η Γραφή, τραγουδώντας και λέγοντας: «Πάταξε ο Σαούλ τις χιλιάδες του, και ο Δαβίδ τις μυριάδες του». Και οργίστηκε ο Σαούλ και έβλεπε με εχθρότητα τον Δαβίδ από την ημέρα εκείνη και στο εξής. Για ποιον λόγο, πες μου; Διότι, κυρίως, ακόμη και αν αυτά λέγονταν αδίκως, ούτε και τότε έπρεπε να διατεθεί εχθρικά απέναντί του, αλλά, αφού βεβαιώθηκε για την αφοσίωσή του από τα γεγονότα που προηγήθηκαν, και από το ότι, χωρίς κανείς να τον αναγκάσει ούτε να τον πιέσει, από δική του καλή θέληση υπέμεινε τόσο μεγάλο κίνδυνο, δεν έπρεπε πλέον να υποπτεύεται τίποτα το πονηρό για αυτόν.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες