Ψ. ΙΘʹ. Καὶ ἦλθεν ἄνθρωπος Θεοῦ πρὸς Ἠλεῖ, καὶ εἶπεν, Τάδε λέγει Κύριος Κύριος· καὶ ἐν τοῖς ἑξῆς· καὶ ἀναστήσω ἐμαυτῷ ἱερέα πιστὸν, ὃς πάντα τὰ ἐν τῇ καρδίᾳ μου καὶ τὰ ἐν τῇ ψυχῇ μου ποιήσει· καὶ οἰκοδομήσω αὐτῷ οἶκον πιστὸν, καὶ διελεύσεται ἐνώπιον χριστοῦ μου πάσας τὰς ἡμέρας· καὶ ἔσται πᾶς ὁ περισσεύων ἐν οἴκῳ ἤξει προσκυνῶν αὐτῷ ὀβολοῦ ἀργυρίου, καὶ ἐν ἄρτῳ ἑνὶ, λέγων, Παράριψόν με ἐπὶ μίαν τῶν ἱερατείων σου φαγεῖν ἄρτον.
Μετάφραση
Ψ. ΙΘ΄. Και ήλθε άνθρωπος του Θεού προς τον Ηλεί και είπε: Αυτά λέγει ο Κύριος, ο Κύριος· και στη συνέχεια: και θα αναδείξω για τον εαυτό μου έναν πιστό ιερέα, ο οποίος θα πράξει όλα όσα βρίσκονται στην καρδιά μου και στην ψυχή μου· και θα οικοδομήσω για αυτόν έναν στερεό οίκο, και θα πορεύεται ενώπιον του χρισμένου μου όλες τις ημέρες· και καθένας που θα απομείνει στον οίκο θα έρχεται να τον προσκυνήσει για έναν ασημένιο οβολό και για ένα καρβέλι ψωμί, λέγοντας: Τοποθέτησέ με σε μία από τις ιερατικές σου θέσεις για να φάω ψωμί.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες