Ὁ δὲ ἀναπηδήσας ἐκ τῆς τραπέζης, ἐξῆλθε εἰς τὸ πεδίον, καὶ ῥίπτει τὰς σχίζας· ἦν γὰρ καὶ τοῦτο σύνθημα· καὶ ἐπιδραμὼν ὄπισθεν τῷ παιδὶ αὐτοῦ, κρυπτομένου ἐκεῖ που τοῦ Δαυῒδ, φησί· Ταχύνας πορεύου, καὶ μὴ στῇς, ὅτι ἐκεῖ ἡ σχίζα ἀπὸ σοῦ καὶ ἐπέκεινα. Συνῆκεν ὁ Δαυῒδ τί ἐβούλετο τὰ ῥήματα ταῦτα, καὶ τοῦ παιδὸς ἀναχωρήσαντος, ἐπιπίπτει τῷ Ἰωνάθαν καὶ κλαίει· ὁ δὲ κελεύει φυγεῖν καὶ μεμνῆσθαι τῶν συνθηκῶν. Αὗται δὲ ἦσαν, μηδέποτε ἐξᾶραι ἔλεον ἐκ τοῦ οἴκου Ἰωνάθαν, μήτε ζῶντος, μήτε θανόντος αὐτοῦ. Ἔρχεται πρὸς τὸν ἱερέα τὸν Ἀβιμέλεκ ὁ Δαυΐδ. Τότε τοὺς ἄρτους τῆς προθέσεως ἔφαγε· ἔλαβε δὲ καὶ τὴν ῥομφαίαν Γολιὰθ, φήσας ὑπὸ τοῦ βασιλέως ἀπεστάλθαι που κατὰ σπουδήν. Καὶ ἔρχεται ἐκεῖθεν πρὸς Ἀγχοῦς, εἶτα εἰς Ὀδολὰμ, καὶ παρατίθεται τῷ βασιλεῖ Μωὰβ τὴν οἰκίαν αὐτοῦ.
Μετάφραση
Εκείνος δε, αφού σηκώθηκε απότομα από το τραπέζι, βγήκε στην πεδιάδα και έριξε τα βέλη· διότι και αυτό ήταν συμφωνημένο σημάδι. Και τρέχοντας πίσω από τον υπηρέτη του, ενώ ο Δαβίδ κρυβόταν κάπου εκεί, του λέει: «Βιάσου να φύγεις και μη σταθείς, διότι το βέλος βρίσκεται πιο πέρα από σένα». Ο Δαβίδ κατάλαβε τι σήμαιναν τα λόγια αυτά, και αφού αναχώρησε ο υπηρέτης, πέφτει πάνω στον Ιωνάθαν και κλαίει· εκείνος του παραγγέλλει να φύγει και να θυμάται τις συμφωνίες τους. Αυτές ήταν το να μην αποσύρει ποτέ το έλεος από τον οίκο του Ιωνάθαν, ούτε όσο αυτός θα ζούσε ούτε μετά τον θάνατό του. Έρχεται τότε ο Δαβίδ στον ιερέα Αβιμέλεχ. Τότε έφαγε τους άρτους της προθέσεως· πήρε δε και τη ρομφαία του Γολιάθ, ισχυριζόμενος ότι είχε σταλεί κάπου εσπευσμένα από τον βασιλιά. Και από εκεί πηγαίνει στον Αγχούς, έπειτα στην Οδολλάμ, και εμπιστεύεται την οικογένειά του στον βασιλιά του Μωάβ.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες