Ποῦ ἐστι, φησὶν, ὁ υἱὸς Ἰεσσαί; Ἐκάλει μὲν αὐτὸν ἀπὸ τοῦ πατρὸς, ὁμοῦ μὲν διὰ τὴν ἔχθραν οὐχ ὑπομένων ἀναμνησθῆναι τῆς προσηγορίας, ὁμοῦ δὲ νομίζων ἀπὸ τῆς τοῦ πατρὸς δυσγενείας τῇ τοῦ δικαίου λυμαίνεσθαι περιφανείᾳ, ἀθλίως καὶ ταλαιπώρως νομίζων· μάλιστα μὲν γὰρ, εἰ καὶ κατηγορεῖν εἶχε τοῦ πατρὸς, οὐδὲν τοῦτο κατέβλαπτε τὸν Δαυΐδ. Τῶν γὰρ αὐτῷ πεπραγμένων ὑπεύθυνός ἐστιν ἕκαστος, καὶ ἀπὸ τούτων ἐπαινεῖσθαι καὶ κατηγορεῖσθαι δύναται. Νυνὶ δὲ πονηρίαν οὐδεμίαν ἔχων εἰπεῖν, τὴν τοῦ γένους δυσγένειαν εἰς μέσον ἔφερε, ταύτῃ προσδοκῶν ἐπισκοτίζειν αὐτοῦ τὴν λαμπρότητα, ὅπερ καὶ αὐτὸ ἐσχάτης ἀνοίας ἦν. Ποῖον γὰρ ἔγκλημα τὸ ἐξ εὐτελῶν εἶναι καὶ ταπεινῶν; Ἀλλ᾽ οὐκ ᾔδει ταῦτα ἐκεῖνος φιλοσοφεῖν. Ὁ μὲν οὖν Σαοὺλ υἱὸν Ἰεσσαὶ ἐκάλει· ὁ δὲ Δαυῒδ εὑρὼν αὐτὸν ἔνδον ἐν τῷ σπηλαίῳ καθεύδοντα, οὐκ ἐκάλεσεν αὐτὸν υἱὸν Κεῖς, ἀλλὰ τῷ τῆς τιμῆς ὀνόματι· Οὐ γὰρ μὴ ἐπαγάγω τὴν χεῖρά μου, φησὶν, ἐπὶ χριστὸν Κυρίου. Οὕτω καθαρὸς ἦν ὀργῆς καὶ μνησικακίας ἁπάσης· χριστὸν Κυρίου καλεῖ τὸν τοσαῦτα ἠδικηκότα, τὸν τοῦ αἵματος αὐτοῦ διψῶντα, τὸν μετὰ μυρίας εὐεργεσίας πολλάκις αὐτὸν ἐπιχειρήσαντα ἀνελεῖν. Οὐ γὰρ ἐσκόπει τί παθεῖν ἐκεῖνος ἄξιος ἦν, ἀλλ᾽ ἐσκόπει τί καὶ ποιῆσαι καὶ εἰπεῖν αὐτῷ πρέπον ἦν, ὅπερ μέγιστος ὅρος φιλοσοφίας ἐστί. Τί τοῦτο;
Μετάφραση
«Πού είναι», λέει, «ο γιος του Ιεσσαί;» Τον αποκαλούσε δηλαδή με το όνομα του πατέρα του, αφενός μεν επειδή εξαιτίας της έχθρας του δεν ανεχόταν να αναφέρει το όνομά του, αφετέρου δε επειδή νόμιζε πως με την ταπεινή καταγωγή του πατέρα του θα αμαύρωνε την περιφάνεια του δικαίου, έχοντας άθλια και ταλαίπωρη κρίση. Διότι, ακόμη και αν είχε να κατηγορήσει για κάτι τον πατέρα, αυτό σε τίποτα δεν θα έβλαπτε τον Δαβίδ. Επειδή ο καθένας είναι υπεύθυνος για τα δικά του πεπραγμένα, και βάσει αυτών μπορεί να επαινεθεί και να κατακριθεί. Τώρα όμως, μη έχοντας να του καταλογίσει καμία πονηρία, έφερε στο προσκήνιο την ταπεινή καταγωγή του γένους, προσδοκώντας με αυτόν τον τρόπο να επισκιάσει τη λαμπρότητά του, πράγμα που και αυτό αποτελούσε έσχατη ανοησία. Διότι ποιο έγκλημα είναι το να κατάγεται κανείς από άσημους και ταπεινούς ανθρώπους; Αλλά εκείνος δεν γνώριζε να φιλοσοφεί γύρω από αυτά. Ο μεν Σαούλ, λοιπόν, τον αποκαλούσε γιο του Ιεσσαί· ο δε Δαβίδ, όταν τον βρήκε να κοιμάται μέσα στο σπήλαιο, δεν τον αποκάλεσε γιο του Κις, αλλά με τον τίτλο της τιμής: «Δεν πρόκειται», είπε, «να απλώσω το χέρι μου πάνω στον χριστό του Κυρίου». Τόσο καθαρός ήταν από κάθε οργή και μνησικακία· αποκαλεί «χριστό του Κυρίου» εκείνον που τον είχε αδικήσει τόσο πολύ, εκείνον που διψούσε για το αίμα του, εκείνον που έπειτα από αναρίθμητες ευεργεσίες επιχείρησε πολλές φορές να τον εξοντώσει. Διότι δεν εξέταζε τι άξιζε να πάθει εκείνος, αλλά εξέταζε τι έπρεπε ο ίδιος και να πράξει και να του πει, πράγμα που αποτελεί τον ύψιστο κανόνα της φιλοσοφίας. Τι είναι αυτό;
Περισσότερα
Λεπτομέρειες