Καὶ ὅτι ὅσιοι ἦσαν οἱ μετὰ τοῦ Δαυὶδ ἐντεῦθεν δῆλον ἀφ᾽ ὧν τὸν ἄρτον τῆς προθέσεως ἔφαγον μετὰ τοῦ Δαυίδ. Εἰ δὲ μὴ ἦσαν ὅσιοι ὡς εὐσεβεῖς, οὐκ ἂν τὸν ἅγιον ἄρτον τῶν ἱερέων ἐτράφησαν. Οὐδ᾽ ἂν ὁ ἱερεύς, τὰ τῆς εὐσεβείας δίκαια παριδών, τὰ τῆς πολιτείας ἐξήταζε λέγων· 〈Εἰ εἰσὶ τὰ παιδάρια πεφυλαγμένα ἀπὸ γυναικός, καὶ φάγονται.〉 Ὁ γὰρ περὶ τῆς νομικῆς τῶν γαμούντων ὁμιλίας ἐρωτῶν, εἰ ἀκοινώνητοί εἰσιν ἡδονῆς οἱ κοινωνοὶ τῆς θείας τροφῆς, οὐκ ἂν ἀνοσίοις καὶ ἀσεβέσι τὸν ἄρτον προέδωκεν, οὐδ᾽ ἂν τὰ ἅγια τοῖς κυναρίοις ἔρριψεν. Ἐπεὶ οὖν 〈οἱ ἁμαρτωλοὶ ἐνέτειναν τόξον καὶ ἡτοίμασαν βέλη εἰς φαρέτραν τοῦ κατατοξεῦσαι τοὺς εὐθεῖς τῇ καρδίᾳ,〉 τοὺς συνόντας τῷ Δαυίδ, οἱ δὲ ἐξέλιπον, οἱ μὲν φεύγοντες, οἱ δὲ τῇ ἀθυμίᾳ λιποθυμοῦντες, διὰ τοῦτο ἐβόα· 〈Σῶσόν με, κύριε, ὅτι ἐκλέλοιπεν ὅσιος,〉 τῇ ἀθυμίᾳ, τῇ ὀλιγοψυχίᾳ, τῇ παρ᾽ ἐλπίδα πολιορκίᾳ, ὅτι συμβασιλεύειν τῷ Δαυὶδ προσδοκήσαντες ὤφθησαν συναιχμάλωτοι. Οὐδὲν οὕτω θλίβει τινὰ ὡς 〈τὸ〉 τὸν μεγάλα κερδῆσαι ἐκδεχόμενον ἀφορήτοις ζημίαις περιπεσεῖν. 〈Σῶσόν με, κύριε,〉 καὶ τὸν δρόμον τοῦ Σαοὺλ ἐκκόπτων καὶ ἐμὲ πρὸς δρόμον ἀλείφων καὶ τὸν ἐκλείποντα στρατὸν παραθαρρύνων.
Μετάφραση
Και ότι ήταν όσιοι αυτοί που ήταν μαζί με τον Δαβίδ είναι φανερό από το γεγονός ότι έφαγαν τον άρτο της προθέσεως μαζί με τον Δαβίδ. Αν δεν ήταν όσιοι ως ευσεβείς, δεν θα είχαν τραφεί με τον άγιο άρτο των ιερέων. Ούτε ο ιερέας, παραβλέποντας τα δίκαια της ευσέβειας, θα εξέταζε τον τρόπο ζωής τους λέγοντας: «Αν τα παλικάρια έχουν φυλαχτεί από γυναίκα, τότε ας φάνε». Διότι αυτός που ρωτούσε για τη νόμιμη συνεύρεση των εγγάμων, αν δηλαδή αυτοί που θα μετείχαν στη θεία τροφή ήταν αμέτοχοι ηδονής, δεν θα παρέδιδε τον άρτο σε ανόσιους και ασεβείς, ούτε θα έριχνε τα άγια στα σκυλιά. Επειδή λοιπόν «οι αμαρτωλοί τέντωσαν το τόξο και ετοίμασαν τα βέλη στη φαρέτρα για να κατατοξεύσουν τους ευθείς στην καρδιά», αυτούς δηλαδή που ήταν μαζί με τον Δαβίδ, και αυτοί εξέλιπαν, άλλοι φεύγοντας και άλλοι καταρρέοντας από την αθυμία, για τον λόγο αυτό φώναζε δυνατά: «Σώσε με, Κύριε, διότι έχει εκλείψει ο όσιος», εξαιτίας της αθυμίας, της ολιγοψυχίας και της ανέλπιστης πολιορκίας, επειδή, ενώ περίμεναν να συμβασιλεύσουν με τον Δαβίδ, βρέθηκαν συναιχμάλωτοι. Τίποτα δεν θλίβει τόσο κάποιον, όσο το να περιμένει να κερδίσει μεγάλα πράγματα και να περιπέσει σε αβάσταχτες ζημιές. «Σώσε με, Κύριε», ανακόπτοντας και την ορμή του Σαούλ, και εμένα προετοιμάζοντας για τον αγώνα και ενθαρρύνοντας τον στρατό που έχει εξαντληθεί.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες