Εἰ δὲ ὑπὲρ τοῦ ἀκοῦσαι μόνον φωνῆς κυρίου τοσούτων ἡμερῶν ἁγνισμὸν προσέταττε, πόσῳ μᾶλλον νῦν πρέπον ἐστὶ φυλάττειν τινά, ὅτε αὐτοῦ τοῦ θεοῦ μέλλει τὸ ἄχραντον ὑποδέχεσθαι σῶμα; Καὶ πάλιν ὁμοίως ἐκ τοῦ αʹ. βιβλίου. ‘Καὶ ἀπεκρίθη ὁ ἱερεὺς τῷ Δαυῒδ καὶ εἶπεν· Οὐκ εἰσὶν ἄρτοι βέβηλοι ὑπὸ τὴν χεῖρα μου, ἀλλὰ ἅγιοι εἰσίν· εἰ πεφυλαγμένα τὰ παιδάριά εἰσιν ἀπὸ γυναικός, καὶ φάγονται. Καὶ ἀπεκρίθη Δαυῒδ τῷ ἱερεῖ καὶ εἶπεν αὐτῷ.
Μετάφραση
Εάν λοιπόν, μόνο και μόνο για να ακούσουν τη φωνή του Κυρίου, διέτασσε εξαγνισμό τόσων ημερών, πόσο μάλλον είναι πρέπον τώρα να εγκρατεύεται κανείς, όταν πρόκειται να υποδεχθεί το άχραντο σώμα του ίδιου του Θεού; Και πάλι παρομοίως από το πρώτο βιβλίο: «Και αποκρίθηκε ο ιερέας στον Δαβίδ και είπε: Δεν υπάρχουν κοινοί άρτοι στα χέρια μου, παρά μόνον άγιοι· εάν οι νέοι έχουν απέχει από γυναίκα, τότε ας φάνε. Και αποκρίθηκε ο Δαβίδ στον ιερέα και του είπε».
Περισσότερα
Λεπτομέρειες