Λέγουσιν αὐτῷ· Ἄνες ἡμῖν ἑπτὰ ἡμέρας, καὶ ἀποστελοῦμεν ἀγγέλους εἰς πᾶν ὅριον Ἰσραήλ· Ἐὰν μὴ ᾖ ὁ σώζων ἡμᾶς, ἐξελευσόμεθα πρὸς ὑμᾶς.» «Εἶπεν ὁ βασιλεὺς τοῖς παρατρέχουσιν τοῖς ἐφεστηκόσιν ἐπ᾽ αὐτόν· Προσαγάγετε, καὶ θανατοῦτε τοὺς ἱερεῖς τοῦ Κυρίου, ὅτι ἡ χεὶρ αὐτῶν μετὰ Δαβὶδ, καὶ ὅτι ἔγνωσαν ὅτι φεύγει αὐτὸς, καὶ οὐκ ἀπεκάλυψαν τῷ ὠτίῳ μου.» «Ἐπελάβετο τῆς ἀδελφῆς αὐτοῦ ὁ Ἀμνὼν, καὶ εἶπεν αὐτῇ· Δεῦρο κοιμήθητι μετ᾽ ἐμοῦ. Καὶ εἶπεν αὐτῷ· Μὴ, ἀδελφέ μου, μὴ ποιήσῃς τὴν ἀφροσύνην ταύτην. Καὶ οὐκ ἤκουσεν αὐτῆς, καὶ ἐκραταίωσεν ὑπὲρ αὐτὴν, καὶ ἐταπείνωσεν αὐτὴν, καὶ ἐκοιμήθη μετ᾽ αὐτῆς. Καὶ μετὰ τοῦτο ἐμίσησεν αὐτὴν Ἀμνὼν μίσος μέγα σφόδρα. Καὶ εἶπεν αὐτῇ Ἀμνών· Ἀνάστηθι, καὶ πορεύου. Καὶ εἶπεν αὐτῷ Θάμαρ· Μὴ, ἀδελφὲ, ὅτι μεγάλη ἡ κακία ἡ ἐσχάτη ὑπὲρ τὴν πρώτην, ἣν πεποίηκας μετ᾽ ἐμοῦ, ἐξαποστεῖλαί με· καὶ οὐκ ἤκουσεν Ἀμνὼν τῆς φωνῆς αὐτῆς.» «Ἐποίησεν Ἀβεσαλὼμ ποτὸν, καὶ ἐνετείλατο τοῖς παιδαρίοις αὐτοῦ, λέγων· Ἴδετε, καὶ ὡς ἂν ἀγαθυνθῇ ἡ καρδία Ἀμνὼν ἐν τῷ οἴνῳ, καὶ εἴπω πρὸς ὑμᾶς· Πατάξατε αὐτὸν, καὶ θανατώσατε αὐτὸν, μὴ φοβηθῆτε. Καὶ ἐποίησαν τὰ παιδάρια Ἀβεσαλὼμ τῷ Ἀμνὼν, καθὼς ἐνετείλατο αὐτοῖς.»
Μετάφραση
Του λένε: «Δώσε μας προθεσμία επτά ημερών και θα στείλουμε αγγελιαφόρους σε όλα τα σύνορα του Ισραήλ· αν δεν υπάρξει κάποιος να μας σώσει, θα παραδοθούμε σε εσάς». «Είπε ο βασιλιάς στους σωματοφύλακες που στέκονταν δίπλα του: Πλησιάστε και θανατώστε τους ιερείς του Κυρίου, διότι το χέρι τους είναι με τον Δαβίδ, και επειδή γνώριζαν ότι αυτός διαφεύγει και δεν το αποκάλυψαν σε εμένα». «Ο Αμνών έπιασε την αδελφή του και της είπε: Έλα, κοιμήσου μαζί μου. Και εκείνη του είπε: Μη, αδελφέ μου, μην κάνεις αυτή την αφροσύνη. Αλλά δεν την άκουσε, και αφού φάνηκε πιο δυνατός από αυτήν, την ταπείνωσε και κοιμήθηκε μαζί της. Και μετά από αυτό, ο Αμνών τη μίσησε με σφοδρότατο μίσος. Και ο Αμνών τής είπε: Σήκω και φύγε. Και η Θάμαρ του είπε: Μη, αδελφέ, διότι τούτο το έσχατο κακό, το να με διώξεις, είναι μεγαλύτερο από το πρώτο που μου έκανες· και ο Αμνών δεν εισάκουσε τη φωνή της». «Ο Αβεσαλώμ ετοίμασε συμπόσιο και διέταξε τους υπηρέτες του, λέγοντας: Προσέξτε, και μόλις ευφρανθεί η καρδιά του Αμνών από το κρασί και σας πω: Χτυπήστε τον, θανατώστε τον, μη φοβηθείτε. Και οι υπηρέτες του Αβεσαλώμ έπραξαν στον Αμνών όπως ακριβώς τους είχε διατάξει».
Περισσότερα
Λεπτομέρειες