Πῶς γὰρ ὁ μετὰ τοσαύτας εὐεργεσίας πολεμῶν τῷ μηδὲν ἠδικηκότι, ἐδύνατο πιστεῦσαι, ὅτι ὁ ἀδικηθεὶς τὸν ἀδικήσαντα λαβὼν εἰς χεῖρας, ἐφείσατο; Καὶ γὰρ, ὡς τὰ πολλὰ, οἱ πολλοὶ τῶν ἀνθρώπων ἐκ τῶν καθ᾽ ἑαυτοὺς καὶ περὶ τῶν ἄλλων τὰς ψήφους φέρουσιν· οἷον, ὁ μεθύων διηνεκῶς οὐκ ἂν ῥᾳδίως πιστεύσειεν εἶναί τινα ἄνθρωπον ἐν ἐγκρατείᾳ ζῶντα· ὁ πόρναις προσέχων, καὶ τοὺς κοσμίως βιοῦντας ἀκολάστους εἶναι νομίζει· πάλιν ὁ τὰ τῶν ἄλλων ἁρπάζων, οὐκ ἂν πεισθείη ῥᾳδίως, ὅτι εἰσὶν ἄνθρωποι καὶ τὰ ἑαυτῶν προέμενοι. Οὕτω δὴ καὶ οὗτος ἅπαξ ὑπὸ τῆς ὀργῆς ἁλοὺς, οὐκ ἂν ῥᾳδίως ἐπίστευσεν, ὅτι ἔστιν ἄνθρωπος οὕτω τοῦ πάθους περιγενόμενος, ὡς μὴ μόνον μηδὲν ἀδικεῖν, ἀλλὰ καὶ τὸν ἀδικοῦντα σώζειν. Ἐπεὶ οὖν καὶ ἡ γνώμη τοῦ δικάζοντος διέφθαρτο, καὶ μάρτυρες, εἰ παρήχθησαν, δι᾽ ὑποψίας ἔμελλον εἶναι, ᾠκονομήθη ἀπόδειξίν τινα γενέσθαι δυναμένην καὶ τοὺς σφόδρα ἀναισχυντοῦντας ἐπιστομίσαι. Ποίαν δὴ ταύτην; Τὸ πτερύγιον τῆς διπλοΐδος, ὃ καὶ προβαλλόμενος ἔλεγεν· Ἰδοὺ τὸ πτερύγιον τῆς διπλοΐδος ἐν τῇ χειρί μου, ὃ ἐγὼ ἀφεῖλον, καὶ οὐκ ἀπέκτεινά σε. Ἄφωνος ὁ μάρτυς, ἀλλὰ τῶν φωνὴν ἐχόντων σαφέστερος.
Μετάφραση
Διότι πώς ήταν δυνατόν αυτός που, μετά από τόσες ευεργεσίες, πολεμούσε εκείνον που δεν τον είχε αδικήσει σε τίποτα, να πιστέψει ότι ο αδικημένος, όταν έπιασε στα χέρια του αυτόν που τον αδίκησε, τον λυπήθηκε; Επειδή, ως επί το πλείστον, οι περισσότεροι άνθρωποι κρίνουν τους άλλους με βάση τον εαυτό τους· για παράδειγμα, αυτός που μεθά συνεχώς δεν θα πίστευε εύκολα ότι υπάρχει κάποιος άνθρωπος που ζει με εγκράτεια· αυτός που συναναστρέφεται πόρνες νομίζει ότι και εκείνοι που ζουν κοσμίως είναι ακόλαστοι· πάλι, αυτός που αρπάζει τα αγαθά των άλλων δεν θα πειθόταν εύκολα ότι υπάρχουν άνθρωποι που προσφέρουν ακόμη και τα δικά τους υπάρχοντα. Έτσι λοιπόν και αυτός, εφόσον είχε άπαξ κυριευθεί από την οργή, δεν θα πίστευε εύκολα ότι υπάρχει άνθρωπος που να έχει κυριαρχήσει τόσο πολύ στο πάθος, ώστε όχι μόνο να μην αδικεί σε τίποτα, αλλά και να σώζει εκείνον που τον αδικεί. Επειδή, λοιπόν, και η κρίση εκείνου που δίκαζε είχε διαφθαρεί, και οι μάρτυρες, αν παρουσιάζονταν, επρόκειτο να αντιμετωπιστούν με καχυποψία, οικονομήθηκε να υπάρξει κάποια απόδειξη ικανή να αποστομώσει και τους πλέον αναίσχυντους. Ποια ήταν λοιπόν αυτή; Το πτερύγιο της διπλοΐδας, το οποίο και προβάλλοντας έλεγε: «Ιδού το πτερύγιο της διπλοΐδας στο χέρι μου, το οποίο εγώ αφαίρεσα, και δεν σε σκότωσα». Άφωνος ο μάρτυρας, αλλά πιο σαφής από εκείνους που έχουν φωνή.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες