Εἰς τὴν ἀπολογίαν τὴν τοῦ Δαυΐδ. Οὐκοῦν ἀνάγκη σήμερον τὰ τοῦ Σαοὺλ ῥήματα εἰπεῖν, καὶ ἰδεῖν τί πρὸς τὴν δικαιολογίαν ἐκείνου ἀπεκρίνατο οὗτος. Οὐ γὰρ δὴ μόνον ἀφ᾽ ὧν ὁ Δαυῒδ ἐφθέγξατο ῥημάτων, ἀλλὰ καὶ ἀφ᾽ ὧν ὁ Σαοὺλ λέγει, τὴν ἀρετὴν εἰσόμεθα τοῦ Δαυΐδ· ἂν γὰρ φανῇ τι πρᾶον καὶ ἥμερον οὗτος φθεγγόμενος, τὴν αἰτίαν τούτων ἐκείνῳ λογιούμεθα τῷ μεταβαλόντι τὸν ἄνθρωπον, τῷ παιδεύσαντι καὶ ῥυθμίσαντι τὴν ψυχὴν αὐτοῦ. Τί οὖν φησιν ὁ Σαούλ; Ἀκούσας τοῦ Δαυῒδ εἰπόντος, Ἰδοὺ τὸ πτερύγιον τῆς διπλοΐδος ἐν τῇ χειρί μου, καὶ τἄλλα πάνθ᾽ ἃ μετὰ τούτων ἀπελογήσατο, Ἡ φωνή σου αὕτη, τέκνον Δαυΐδ; Ὢ πόση γέγονεν ἀθρόον ἡ μεταβολή! Ὁ γὰρ μηδ᾽ ἀπὸ ψιλοῦ τοῦ ὀνόματος ἀνεχόμενος αὐτὸν καλέσαι ποτὲ, ἀλλὰ καὶ αὐτὴν αὐτοῦ μισῶν τὴν προσηγορίαν, καὶ εἰς συγγένειαν αὐτὸν ἤγαγε, τέκνον αὐτὸν προσειπών. Τί τοῦ Δαυῒδ μακαριώτερον, ὃς τὸν ἀνδροφόνον πατέρα ἐποίησε, καὶ τὸν λύκον πρόβατον, καὶ τὴν κάμινον τῆς ὀργῆς δρόσου πολλῆς ἐνέπλησε, καὶ τὰ κύματα εἰς γαλήνην μετέβαλε, καὶ τὴν φλεγμονὴν τοῦ θυμοῦ κατέσβεσεν ἅπασαν; Τὰ γὰρ ῥήματα ἐκεῖνα τοῦ Δαυῒδ εἰς τὴν διάνοιαν εἰσελθόντα τοῦ τεθηριωμένου τούτου, πᾶσαν ταύτην εἰργάσατο τὴν μεταβολὴν, ἣν ἀπὸ τῶν ῥημάτων τούτων ἔστι ἰδεῖν. Οὔτε γὰρ εἶπεν, Οἱ λόγοι σοι οὗτοι, τέκνον Δαυΐδ; ἀλλὰ τί; Ἡ φωνή σου αὕτη, τέκνον Δαυΐδ;
Μετάφραση
Εις την απολογία του Δαβίδ. Είναι λοιπόν ανάγκη σήμερα να αναφέρουμε τα λόγια του Σαούλ, και να δούμε τι απάντησε αυτός στην απολογία εκείνου. Διότι, βεβαίως, δεν θα γνωρίσουμε την αρετή του Δαβίδ μόνο από τα λόγια που είπε ο ίδιος, αλλά και από αυτά που λέει ο Σαούλ. Επειδή, αν φανεί αυτός να λέει κάτι πράο και ήμερο, την αιτία γι' αυτά θα την αποδώσουμε σε εκείνον που μετέβαλε τον άνθρωπο, που διαπαιδαγώγησε και ρύθμισε την ψυχή του. Τι λέει λοιπόν ο Σαούλ; Αφού άκουσε τον Δαβίδ να λέει, «Ιδού το πτερύγιο του μανδύα σου στο χέρι μου», και όλα τα άλλα με τα οποία απολογήθηκε μαζί με αυτά, απάντησε: «Αυτή είναι η φωνή σου, τέκνο μου Δαβίδ;» Ω, πόσο ξαφνική υπήρξε η μεταβολή! Διότι αυτός που δεν ανεχόταν ποτέ να τον αποκαλέσει ούτε με το απλό του όνομα, αλλά μισούσε ακόμη και την προσφώνησή του, τον ενέταξε στη συγγένειά του, αποκαλώντας τον τέκνο του. Τι πιο μακάριο από τον Δαβίδ, ο οποίος έκανε τον φονιά πατέρα, και τον λύκο πρόβατο, και το καμίνι της οργής το γέμισε με άφθονη δροσιά, και τα κύματα τα μετέβαλε σε γαλήνη, και κατέσβησε ολότελα τη φλόγα του θυμού; Διότι τα λόγια εκείνα του Δαβίδ, όταν εισήλθαν στη διάνοια αυτού του εξαγριωμένου ανθρώπου, προκάλεσαν όλη αυτή τη μεταβολή, την οποία μπορεί κανείς να διαπιστώσει από τούτα τα λόγια. Διότι δεν είπε: «Αυτά είναι τα λόγια σου, τέκνο μου Δαβίδ;», αλλά τι; «Αυτή είναι η φωνή σου, τέκνο μου Δαβίδ;»
Περισσότερα
Λεπτομέρειες