ηʹ. Καὶ τί λέγω, τῶν λεγομένων; Οὐδὲν τῶν γινομένων, ὡσπεροῦν οὐδὲ τὸν μακάριον τοῦτον· ἀλλ᾽ ὁρῶν τὸν πολέμιον κατὰ τῆς αὐτοῦ σωτηρίας ὁπλιζόμενον, καὶ πάντα διὰ τοῦτο κινοῦντα, οὐ μόνον οὐκ ἠγρίανεν, ἀλλὰ καὶ εἰς πλείονα ἦλθε συμπάθειαν· ὅσῳ μείζονα ἐπεβούλευε, τοσούτῳ μᾶλλον αὐτὸν ἐδάκρυεν. ᾜδει γὰρ, ᾔδει σαφῶς, ὅτι οὐχ ὁ πάσχων κακῶς, ἀλλ᾽ ὁ ποιῶν, οὗτός ἐστι δακρύων ἄξιος καὶ θρήνων, ἑαυτὸν καταβλάπτων. Διὰ τοῦτο καὶ μακρὰν πρὸς αὐτὸν συνέθηκεν ἀπολογίαν, καὶ οὐ πρότερον ἀπέστη, ἕως καὶ αὐτὸν ἀπολογήσασθαι παρεσκεύασε μετὰ δακρύων καὶ θρήνων. Ἐπειδὴ γὰρ ἀνῴμωξε καὶ πικρὰν ἀφῆκε φωνὴν, καὶ μέγα ἀνωλόλυξεν, ἄκουσον τί φησι· Δίκαιος σὺ ὑπὲρ ἐμὲ, ὅτι σὺ μὲν ἀνταπέδωκάς μοι ἀγαθὰ, ἐγὼ δ᾽ ἀνταπέδωκά σοι κακά.
Μετάφραση
Η΄. Και τι να πω για τα λόγια; Ούτε τα ίδια τα γεγονότα δεν τον επηρέασαν, όπως ακριβώς ούτε και τούτον τον μακάριο· αλλά, βλέποντας τον εχθρό του να εξοπλίζεται εναντίον της σωτηρίας του, και να κινεί τα πάντα για τον σκοπό αυτό, όχι μόνο δεν εξαγριώθηκε, αλλά οδηγήθηκε σε ακόμη μεγαλύτερη συμπόνια· όσο μεγαλύτερες επιβουλές μηχανευόταν εκείνος, τόσο περισσότερο τον έκλαιγε. Διότι γνώριζε, γνώριζε σαφώς, ότι δεν είναι εκείνος που υποφέρει από το κακό, αλλά εκείνος που το διαπράττει που είναι άξιος δακρύων και θρήνων, καθώς βλάπτει τον ίδιο του τον εαυτό. Γι' αυτόν τον λόγο και του απηύθυνε μακροσκελή απολογία, και δεν σταμάτησε μέχρι που έκανε και τον ίδιο να απολογηθεί με δάκρυα και θρήνους. Διότι, αφού αναστέναξε βαθιά και άφησε φωνή πικρή, και θρήνησε γοερά, άκουσε τι λέει: «Εσύ είσαι πιο δίκαιος από εμένα, διότι εσύ μου ανταπέδωσες αγαθά, ενώ εγώ σου ανταπέδωσα κακά».
Περισσότερα
Λεπτομέρειες