Εἰ δὲ καὶ ἀπρεπὲς τὸ ὅλως ἐπὶ τούτοις φοβηθέντας τινὰς τῶν ἐπισκόπων μεταθέσθαι, ἀλλὰ μᾶλλον ἀπρεπέστερον καὶ οὐ θαρρούντων οἷς πεπιστεύκασι τὸ βιάζεσθαι καὶ ἀναγκάζειν τοὺς μὴ βουλομένους. οὕτως ὁ μὲν διάβολος ἐπεὶ μηδὲν ἀληθὲς ἔχει «ἐν πελέκει καὶ λαξευτηρίῳ» ἐπιβαίνων κατεάσσει τὰς θύρας τῶν μὴ δεχομένων αὐτόν, ὁ δὲ σωτὴρ οὕτως ἐστὶ πρᾶος, ὡς διδάσκειν μὲν «εἴ τις θέλει ὀπίσω μου ἐλθεῖν» καὶ «ὁ θέλων εἶναί μου μαθητής», ἐρχόμενον δὲ πρὸς ἕκαστον μὴ βιάζεσθαι, ἀλλὰ μᾶλλον κρούειν τε καὶ λέγειν· «ἄνοιξόν μοι, ἀδελφή μου νύμφη», καὶ ἀνοιγόντων μὲν εἰσέρχεται, ὀκνούντων δὲ καὶ μὴ θελόντων ἐκείνων ἀναχωρεῖ. οὐ γὰρ ξίφεσιν ἢ βέλεσιν οὐδὲ διὰ στρατιωτῶν ἡ ἀλήθεια καταγγέλλεται, ἀλλὰ πειθοῖ καὶ συμβουλίᾳ. ποία οὖν πειθώ, ἔνθα βασιλέως φόβος; ἢ ποία συμβουλία, ἐν ᾗ ὁ ἀντιλέγων τὸ τέλος ἐξορισμὸν ἔχει καὶ θάνατον; καὶ ὁ μὲν Δαυὶδ καίτοι βασιλεὺς ὢν καὶ τὸν ἐχθρὸν ὑπὸ χεῖρας ἔχων θέλοντάς τε τοὺς στρατιώτας ἀποκτεῖναι τὸν ἐχθρὸν οὐ τῇ ἐξουσίᾳ κεκώλυκεν, ἀλλ᾽, ὡς ἡ γραφή φησιν, ἔπεισε Δαυὶδ τοὺς ἄνδρας αὐτοῦ ἐν λόγοις καὶ οὐκ ἔδωκεν αὐτοῖς ἀναστάντας θανατῶσαι τὸν Σαούλ. αὐτὸς δὲ τὸν λόγον οὐκ ἔχων μετ᾽ ἐξουσίας πάντας βιάζεται, ἵνα δειχθῇ πᾶσιν ὅτι ἡ φρόνησις αὐτῶν οὐκ ἔστι κατὰ θεόν, ἀλλ᾽ ἀνθρωπίνη, καὶ ὅτι οἱ τὰ Ἀρείου φρονοῦντες ‘οὐκ ἔχουσιν ἀληθῶς βασιλέα εἰ μὴ Καίσαρα’.
Μετάφραση
Αν και είναι εντελώς απρεπές το γεγονός ότι κάποιοι από τους επισκόπους μετέβαλαν στάση επειδή κυριεύθηκαν από φόβο εξαιτίας αυτών, είναι ωστόσο ακόμη πιο απρεπές και ίδιον εκείνων που δεν έχουν εμπιστοσύνη σε όσα πίστεψαν, το να ασκούν βία και να εξαναγκάζουν όσους δεν το επιθυμούν. Έτσι, από τη μία πλευρά ο διάβολος, επειδή δεν κατέχει τίποτα το αληθινό, επιτίθεται «με πέλεκυ και λαξευτήριο» και συντρίβει τις θύρες εκείνων που δεν τον αποδέχονται. Ο δε Σωτήρας είναι τόσο πράος, ώστε αφενός να διδάσκει «όποιος θέλει ας έρθει οπίσω μου» και «όποιος θέλει να είναι μαθητής μου», και αφετέρου, όταν έρχεται προς τον καθένα, δεν ασκεί βία, αλλά μάλλον κρούει τη θύρα και λέγει: «άνοιξέ μου, αδελφή μου νύμφη». Και όταν μεν του ανοίγουν, εισέρχεται, όταν όμως διστάζουν και δεν θέλουν, εκείνος αναχωρεί. Διότι η αλήθεια δεν διακηρύσσεται με ξίφη ή με βέλη, ούτε μέσω στρατιωτών, αλλά με την πειθώ και τη συμβουλή. Ποια πειθώ, λοιπόν, μπορεί να υπάρξει εκεί όπου κυριαρχεί ο φόβος του βασιλέως; Ή ποια συμβουλή υπάρχει, όταν αυτός που φέρνει αντίρρηση έχει ως κατάληξη την εξορία και τον θάνατο; Και ο μεν Δαβίδ, αν και ήταν βασιλιάς και είχε τον εχθρό στα χέρια του, ενώ οι στρατιώτες ήθελαν να τον σκοτώσουν, δεν τους εμπόδισε κάνοντας χρήση της εξουσίας του, αλλά, όπως λέει η Γραφή, «έπεισε ο Δαβίδ τους άνδρες του με λόγια και δεν τους άφησε να εγερθούν και να θανατώσουν τον Σαούλ». Αυτός όμως, στερούμενος πειστικών επιχειρημάτων, εξαναγκάζει τους πάντες με την εξουσία του, ώστε να αποδειχθεί σε όλους ότι το φρόνημά τους δεν είναι κατά Θεόν, αλλά ανθρώπινο, και ότι εκείνοι που ασπάζονται τα δόγματα του Αρείου «δεν έχουν αληθινά βασιλιά, παρά μόνον τον Καίσαρα».
Περισσότερα
Λεπτομέρειες