Καὶ ἔλαβεν τοὺς πρεσβυτέρους τῆς πόλεως, καὶ τὰς ἀκάνθας τῆς ἐρήμου, καὶ κατέξανεν ἐν αὐταῖς τοὺς ἄνδρας Σοχώθ· καὶ τὸν πύργον Φανουὴλ κατέστρεψεν, καὶ ἀπέκτεινεν τοὺς ἄνδρας τῆς πόλεως.» «Ἀνεπήδησεν, καὶ ἀπεκρίθη Νάβαλ τοῖς παισὶ Δαβίδ· Τίς Δαβὶδ, καὶ τίς υἱὸς Ἰεσσαί; Σήμερον πεπληθυσμένοι εἰσὶν οἱ παῖδες, ἀναχωροῦντες ἕκαστος ἐκ προσώπου τοῦ κυρίου αὐτοῦ· καὶ λήψομαι τοὺς ἄρτους μου, καὶ τὸν οἶνόν μου, καὶ τὰ θύματά μου, ἃ τέθεικα τοῖς κείρουσί μου τὰ πρόβατα, καὶ δώσω αὐτὰ ἀνδράσιν, οἷς οὐκ οἶδα πόθεν εἰσίν;» «Δώρων ὁ φειδόμενος, θυμὸν ἐγείρει ἰσχυρόν.» «Ἔστιν ἀῤῥωστία, ἣν εἶδον ὑπὸ τὸν ἥλιον, πλοῦτον φυλασσόμενον τῷ παρ᾽ αὐτοῦ εἰς κακίαν αὐτοῦ· καὶ ἀπολεῖται ὁ πλοῦτος αὐτοῦ ἐκεῖνος ἐν πειρασμῷ πονηρῷ.» «Ἔστι πονηρία ἣν εἶδον ὑπὸ τὸν ἥλιον, καὶ πολλή ἐστιν ἐπὶ τῶν ἀνθρώπων· ἀνὴρ ᾧ δώσει αὐτῷ ὁ Θεὸς πλοῦτον, καὶ ὑπάρχοντα, καὶ δόξαν, καὶ οὐκ ἔστιν ὑστερῶν τῇ ψυχῇ αὐτοῦ ἀπὸ πάντων ὧν ἐπιθυμεῖ· καὶ ὅτι οὐκ ἐξουσιάζει αὐτῷ ὁ Θεὸς τοῦ φαγεῖν ἀπ᾽ αὐτοῦ, ὅτι ἀνὴρ ξένος φάγεται αὐτόν.» «Ἔστι πλουτῶν ἀπὸ προσοχῆς καὶ σφιγγίας αὐτοῦ· καὶ καταλείψει αὐτὰ ἑτέροις, καὶ ἀποθανεῖται.» «Ὁ συνάγων ἀπὸ τῆς ψυχῆς αὐτοῦ, συνάγει ἄλλοις, καὶ ἐν τοῖς ἀγαθοῖς αὐτοῦ τρυφήσουσιν ἕτεροι.
Μετάφραση
Και πήρε τους πρεσβυτέρους της πόλεως και τα αγκάθια της ερήμου, και με αυτά καταξέσχισε τους άνδρες της Σοχώθ· και τον πύργο του Φανουήλ τον κατέστρεψε και σκότωσε τους άνδρες της πόλεως.» «Αναπήδησε και αποκρίθηκε ο Νάβαλ στους δούλους του Δαβίδ: Ποιος είναι ο Δαβίδ, και ποιος ο γιος του Ιεσσαί; Σήμερα έχουν πληθύνει οι δούλοι που δραπετεύουν ο καθένας από το πρόσωπο του κυρίου του· και θα πάρω εγώ τα ψωμιά μου, και το κρασί μου, και τα σφαχτάρια μου, τα οποία ετοίμασα για αυτούς που κουρεύουν τα πρόβατά μου, και θα τα δώσω σε ανθρώπους για τους οποίους δεν ξέρω από πού είναι;» «Εκείνος που τσιγκουνεύεται τα δώρα, εγείρει ισχυρό θυμό.» «Υπάρχει μια αρρώστια την οποία είδα κάτω από τον ήλιο: πλούτος που φυλάσσεται από τον κάτοχό του για το ίδιο του το κακό· και ο πλούτος εκείνος θα χαθεί σε κάποια κακή περίσταση.» «Υπάρχει ένα κακό που είδα κάτω από τον ήλιο, και είναι πολύ συνηθισμένο μεταξύ των ανθρώπων: ένας άνθρωπος στον οποίο ο Θεός θα δώσει πλούτο, και υπάρχοντα, και δόξα, και δεν λείπει τίποτα από την ψυχή του από όλα όσα επιθυμεί· αλλά ο Θεός δεν του δίνει την εξουσία να γευθεί από αυτά, διότι ένας ξένος άνθρωπος θα τα καταναλώσει.» «Υπάρχει εκείνος που πλουτίζει από την τσιγκουνιά και τη σφιχτοχεριά του· και θα τα εγκαταλείψει σε άλλους, και θα πεθάνει.» «Αυτός που συγκεντρώνει στερούμενος από τον ίδιο του τον εαυτό, συγκεντρώνει για άλλους, και τα αγαθά του θα τα απολαύσουν άλλοι.»
Περισσότερα
Λεπτομέρειες