Ὕδωρ ᾔτησε, καὶ γάλα ἔδωκεν ἐν λεκάνῃ ὑπερεχόντων.» «Ἤγγισεν Ἀβιμέλεχ ἕως τῆς πύλης τοῦ πύργου ἐμπρῆσαι αὐτὴν ἐν πυρί· καὶ ἔῤῥιψε γυνὴ μία κλάσμα ἐπὶ τὴν κεφαλὴν Ἀβιμέλεχ, καὶ συνέκλασε τὸ κρανίον αὐτοῦ. Καὶ ἐβόησε ταχὺ πρὸς τὸ παιδάριον τὸ αἶρον τὰ σκεύη αὐτοῦ, καὶ εἶπεν αὐτῷ Σπᾶσον τὴν ῥομφαίαν σου, καὶ θανάτωσόν με, μήποτε εἴπωσιν ὅτι γυνὴ ἀπέκτεινεν αὐτόν. Καὶ ἐξεκέντησεν αὐτὸν τὸ παιδάριον αὐτοῦ, καὶ ἀπέθανεν.» «Ἀπήγγειλε Δαβὶδ Μελχὸλ ἡ γυνὴ αὐτοῦ, λέγουσα· Ἐὰν μὴ σὺ σώσῃς τὴν ψυχὴν αὐτοῦ τὴν νύκτα ταύτην, αὔριον θανατωθήσῃ. Καὶ κατάγει ἡ Μελχὸλ τὸν Δαβὶδ διὰ τῆς θυρίδος, καὶ ἀπῆλθε, καὶ ἔφυγε, καὶ σώζεται.» «Εἶπεν Ἀβιγαία πρὸς Δαβίδ· Ἐν ἐμοὶ, κύριε, ἡ ἀδικία. Λαλησάτω δὴ ἡ δούλη σου εἰς τὰ ὦτά σου.
Μετάφραση
«Νερό ζήτησε, και γάλα έδωσε σε λεκάνη αρχόντων.» «Πλησίασε ο Αβιμέλεχ μέχρι την πύλη του πύργου για να την κάψει με φωτιά· και έριξε μία γυναίκα ένα θραύσμα στο κεφάλι του Αβιμέλεχ, και του συνέτριψε το κρανίο. Και φώναξε γρήγορα προς τον υπηρέτη που κρατούσε τα όπλα του, και του είπε: Τράβηξε το σπαθί σου και σκότωσέ με, για να μην πουν ποτέ ότι γυναίκα τον σκότωσε. Και τον διαπέρασε ο υπηρέτης του, και πέθανε.» «Ανήγγειλε στον Δαβίδ η Μελχόλ, η γυναίκα του, λέγοντας: Εάν δεν σώσεις τη ζωή σου αυτήν τη νύχτα, αύριο θα θανατωθείς. Και κατέβασε η Μελχόλ τον Δαβίδ μέσα από το παράθυρο, και εκείνος αναχώρησε, διέφυγε και σώθηκε.» «Είπε η Αβιγαία προς τον Δαβίδ: Πάνω μου, κύριε, ας είναι η ενοχή. Ας μιλήσει, λοιπόν, η δούλη σου στα αυτιά σου.»
Περισσότερα
Λεπτομέρειες