Τοῦ δὲ Σαοὺλ δορυφόρους ἐν κύκλῳ τῇ οἰκίᾳ τοῦ Δαβὶδ περιστήσαντος καὶ δημίοις τὸν κατ᾽ αὐτοῦ φόνον ἐντειλαμένου μόλις διὰ θυρίδος τινὸς καταβαλὼν ἑαυτὸν εἰς τὸ ὕπαιθρον καὶ διαλαθὼν τὴν φρουρὰν ἔξω τῶν κινδύνων κατέστη· καὶ μεταναστὰς ἄλλοτε ἄλλον ἐπήρχετο τόπον ὑπὸ ἀμηχανίας τοῖς ἀήθεσιν ἀνθρώποις ἐπιπλανώμενος. καὶ οὕτως κατελήφθη ὑπὸ τοῦ Σαοὺλ πανστρατιᾷ κυκλώσαντος τὸ γεώλοφον, ᾧ μετὰ τῶν περὶ αὑτὸν ὁ Δαβὶδ προσφεύγει, καὶ νυκτὸς ἀναβολὴν πρὸς τὸν θάνατον αὐτῷ παρασχομένης (ὑπερέθετο γὰρ ὁ Σαοὺλ ἐπὶ τὸν ὄρθρον τὴν τοῦ διωκομένου σφαγήν) ἐπιστὰς τῇ σκηνῇ τοῦ πολεμίου καὶ καταλαβὼν ἐπί τινος εὐνῆς λελυμένον τῷ ὕπνῳ οὐ μόνον τὴν ἰδίαν ἐπέσχεν χεῖρα σπεύδουσαν ἴσως τῷ θυμῷ χαρίσασθαι, ἀλλὰ καὶ τὸν ὑπασπιστὴν ἤδη κατὰ τοῦ Σαοὺλ πρὸς τὴν σφαγὴν ἐπικύψαντα (Πατάξω γάρ, φησίν, καὶ οὐ δευτερώσω) ἀπάγει τῆς ὁρμῆς τῇ μεγάλῃ ταύτῃ καὶ ἀοιδίμῳ φωνῇ, Μὴ διαφθείρης, εἰπών, τὸν πρὸς τὴν καθ᾽ ἡμῶν διαφθορὰν ἐπειγόμενον. οὐ τοῦτο δὲ μόνον ἐστὶν τὸ θαυμαστὸν ἐν τῷ πράγματι, ὅτι ζωὴν χαρίζεται τῷ κατὰ τῆς ζωῆς αὐτοῦ ἅπαντα πράσσοντι, ἀλλ᾽ ὅτι πρὸς βασιλείαν χρισθεὶς ὁ Δαβὶδ καὶ εἰδὼς μὴ ἄλλως ἂν μετασχεῖν τοῦ ἀξιώματος, εἰ μὴ ἐκ ποδῶν γένοιτο ὁ Σαούλ, κρεῖττον ἔκρινεν διὰ τῆς μακροθυμίας κακοπαθεῖν ἐν ἰδιωτικῇ ταπεινότητι ἢ θυμὸν κατὰ τοῦ λελυπηκότος ἐκπλήσας ἐπιβῆναι τῆς βασιλείας.
Μετάφραση
Όταν ο Σαούλ τοποθέτησε φρουρούς γύρω από το σπίτι του Δαβίδ και διέταξε τους δήμιους να τον δολοφονήσουν, εκείνος, αφού με δυσκολία κατέβηκε μέσα από κάποιο παράθυρο στο ύπαιθρο και διέφυγε από τη φρουρά, βρέθηκε εκτός κινδύνου. Αναχωρώντας από εκεί, μετέβαινε από τον έναν τόπο στον άλλον, περιπλανώμενος λόγω του αδιεξόδου του ανάμεσα σε ξένους ανθρώπους. Έτσι καταδιώχθηκε και εγκλωβίστηκε από τον Σαούλ, ο οποίος περικύκλωσε με όλο του τον στρατό τον λόφο στον οποίο είχε καταφύγει ο Δαβίδ με τους άνδρες του. Ενώ όμως η νύχτα τού παρείχε μια αναβολή από τον θάνατο (διότι ο Σαούλ ανέβαλε τη σφαγή του καταδιωκόμενου για το ξημέρωμα), στάθηκε μπροστά στη σκηνή του εχθρού του και, βρίσκοντάς τον σε ένα κρεβάτι παραδομένο στον ύπνο, όχι μόνο συγκράτησε το δικό του χέρι, που ίσως βιαζόταν να ικανοποιήσει τον θυμό του, αλλά και τον υπασπιστή του, ο οποίος είχε ήδη σκύψει πάνω από τον Σαούλ έτοιμος να τον σφάξει (λέγοντας: «Θα τον χτυπήσω και δεν θα χρειαστεί να το επαναλάβω»), τον απέτρεψε από την ορμή του με εκείνη τη μεγάλη και περίφημη φράση, λέγοντας: «Μην εξοντώσεις αυτόν που βιάζεται για τη δική μας εξόντωση». Δεν είναι δε μόνο αυτό το θαυμαστό στο όλο γεγονός, ότι δηλαδή χαρίζει τη ζωή σε εκείνον που έπραττε τα πάντα εναντίον της δικής του ζωής, αλλά το ότι ο Δαβίδ, αν και είχε χριστεί βασιλιάς και γνώριζε ότι διαφορετικά δεν θα μπορούσε να αναλάβει το αξίωμα εάν δεν έφευγε από τη μέση ο Σαούλ, έκρινε ότι ήταν προτιμότερο μέσω της μακροθυμίας να κακοπαθεί μέσα στην ταπείνωση του απλού ιδιώτη, παρά, ικανοποιώντας τον θυμό του εναντίον αυτού που τον αδίκησε, να ανεβεί στον θρόνο της βασιλείας.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες