Καὶ συναθροίζει Σαοὺλ πάντα ἄνδρα Ἰσραὴλ, καὶ παρεμβάλλουσιν εἰς Γελβουέ. Καὶ εἶδε Σαοὺλ τὴν παρεμβολὴν τῶν ἀλλοφύλων, καὶ ἐφοβήθη, καὶ ἐξέστη ἡ καρδία αὐτοῦ σφόδρα. Καὶ ἐπηρώτησε Σαοὺλ διὰ Κυρίου, καὶ οὐκ ἀπεκρίθη αὐτῷ Κύριος ἐν τοῖς ἐνυπνίοις, καὶ ἐν τοῖς δήλοις, καὶ ἐν τοῖς προφήταις. Καὶ εἶπε Σαοὺλ τοῖς παισὶν αὐτοῦ· Ζητήσατέ μοι γυναῖκα ἐγγαστρίμυθον, καὶ πορεύσομαι πρὸς αὐτὴν, καὶ ζητήσω ἐν αὐτῇ. Καὶ εἶπον οἱ παῖδες αὐτοῦ πρὸς αὐτόν· Ἰδοὺ γυνὴ ἐγγαστρίμυθος ἐν Ἀενδώρ. Καὶ συνεκαλύψατο Σαούλ· καὶ περιεβάλετο ἱμάτια ἕτερα, καὶ πορεύεται αὐτὸς καὶ δύο ἄνδρες μετ᾽ αὐτοῦ, καὶ ἔρχονται πρὸς τὴν γυναῖκα νυκτὸς, καὶ εἶπεν αὐτῇ· Μάντευσαι δή μοι ἐν τῷ ἐγγαστριμύθῳ, καὶ ἀνάγαγέ μοι ὃν ἐὰν εἴπω σοι. Καὶ εἶπεν αὐτῷ ἡ γυνή· Ἰδοὺ δὴ σὺ οἶδας ὅσα ἐποίησε Σαοὺλ ὡς ἐξωλόθρευσε τοὺς ἐγγαστριμύθους, καὶ τοὺς γνώστας ἀπὸ τῆς γῆς, καὶ ἱνατί σὺ παγιδεύεις τὴν ψυχήν μου, θανατῶσαι αὐτήν; Καὶ ὤμοσεν αὐτῇ Σαοὺλ, λέγων· Ζῇ Κύριος, εἰ ἀπαντήσεταί σοι ἀδικία ἐν τῷ λόγῳ τούτῳ. Καὶ εἶπεν ἡ γυνὴ τῷ Σαούλ· Τίνα ἀναγάγω σοι; Καὶ εἶπε· Τὸν Σαμουὴλ ἀνάγαγέ μοι. Καὶ εἶδεν ἡ γυνὴ τὸν Σαμουὴλ, καὶ ἀνεβόησε φωνῇ μεγάλῃ. Καὶ εἶπεν ἡ γυνὴ πρὸς Σαούλ· Ἱνατί παρελογίσω με; καὶ σὺ εἶ Σαούλ. Καὶ εἶπεν αὐτῇ ὁ βασιλεύς· Μὴ φοβοῦ, εἶπον τίνα ἑώρακας. Καὶ εἶπεν αὐτῷ ἡ γυνή· Θεοὺς ἑώρακα ἀναβαίνοντας ἐκ τῆς γῆς.
Μετάφραση
Και συγκεντρώνει ο Σαούλ όλους τους άνδρες του Ισραήλ, και στρατοπεδεύουν στη Γελβουέ. Και είδε ο Σαούλ το στρατόπεδο των αλλοφύλων, και φοβήθηκε, και η καρδιά του ταράχθηκε πάρα πολύ. Και ρώτησε ο Σαούλ τον Κύριο, αλλά δεν του αποκρίθηκε ο Κύριος ούτε με όνειρα, ούτε με τα Δήλα, ούτε μέσω των προφητών. Και είπε ο Σαούλ στους υπηρέτες του: Αναζητήστε μου μια γυναίκα εγγαστρίμυθο, και θα πάω σε αυτήν, και θα ρωτήσω μέσω αυτής. Και του είπαν οι υπηρέτες του: Ιδού, υπάρχει μια γυναίκα εγγαστρίμυθος στην Αενδώρ. Και μεταμφιέστηκε ο Σαούλ, και φόρεσε άλλα ρούχα, και πορεύεται αυτός και δύο άνδρες μαζί του, και έρχονται στη γυναίκα μέσα στη νύχτα, και της είπε: Μάντεψέ μου, σε παρακαλώ, μέσω του εγγαστρίμυθου πνεύματος, και ανέβασέ μου όποιον σου πω. Και του είπε η γυναίκα: Ιδού, εσύ γνωρίζεις βέβαια όσα έκανε ο Σαούλ, πώς εξολόθρευσε τους εγγαστρίμυθους και τους μάντεις από τη γη. Γιατί λοιπόν εσύ στήνεις παγίδα στη ζωή μου, για να με θανατώσεις; Και της ορκίστηκε ο Σαούλ, λέγοντας: Μα τον ζωντανό Κύριο, δεν θα σου συμβεί κανένα κακό για αυτό το ζήτημα. Και είπε η γυναίκα στον Σαούλ: Ποιον να σου ανεβάσω; Και είπε: Ανέβασέ μου τον Σαμουήλ. Και είδε η γυναίκα τον Σαμουήλ, και αναφώνησε με δυνατή φωνή. Και είπε η γυναίκα προς τον Σαούλ: Γιατί με εξαπάτησες; Εσύ είσαι ο Σαούλ. Και της είπε ο βασιλιάς: Μη φοβάσαι, πες μου, τι είδες; Και του είπε η γυναίκα: Είδα θεούς να ανεβαίνουν από τη γη.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες