Ἰδοὺ γὰρ ὁ μὲν Ἄχαρ, ἡνίκα ἔκλεψε τὴν γλῶσσαν τὴν χρυσῆν καὶ τὴν ψιλὴν, ἐπὶ πάντα τὸν λαὸν γέγονεν ὀργὴ Κυρίου, καίτοιγε ἀγνοήσαντα καὶ τὸν ἡμαρτηκότα καὶ τὸ ἁμάρτημα, μέχρις ὅτε ἐφανερώθη ὁ προειρημένος, καὶ τὸν φοβερὸν ἐκεῖνον ἅμα πᾶσι τοῖς ἰδίοις ὑπέμεινεν ὄλεθρον. Ὁ δὲ Ἠλεὶ καίπερ οὐκ ἐφησυχάσας τοῖς ἑαυτοῦ υἱοῖς, οἵτινες ἦσαν υἱοὶ λοιμοὶ, πολλάκις δὲ αὐτοῖς παραινέσας, καὶ εἰπὼν, Μὴ, τέκνα, οὐκ ἀγαθὰ ἀκούω περὶ ὑμῶν, καὶ λόγῳ πλείονι κατασκευάσας τῆς τε ἁμαρτίας τὸ ἄτοπον καὶ τῆς κρίσεως τὸ ἄφευκτον, ὅτι μὴ ὅλως ἐξεδίκησε, μηδὲ τὸν πρέποντα ζῆλον κατ᾽ αὐτῶν ἐπεδείξατο, τοσοῦτον παρώξυνε τὴν ὀργὴν τοῦ Θεοῦ, ὡς καὶ τὸν λαὸν τοῖς υἱοῖς αὐτοῦ συναναλωθῆναι, καὶ τὴν κιβωτὸν αὐτὴν ὑπὸ τῶν ἀλλοφύλων ληφθῆναι, καὶ αὐτὸν ἐπὶ τούτοις οἰκτρῷ τέλει θανατωθῆναι. Εἰ δὲ κατὰ τῶν μὴ συνεγνωκότων τῷ ἁμαρτήσαντι, καὶ κατὰ τῶν κωλυσάντων, καὶ διαμαρτυραμένων τὸ ἁμάρτημα, τοσαύτη ἡ ὀργὴ ἐξεκαύθη, τί ἄν τις εἴποι περὶ τῶν γινωσκόντων καὶ ἐφησυχαζόντων; Οἵτινες ἐὰν μὴ ἐπιδείξωνται τὰ ὑπὸ τοῦ Ἀποστόλου πρὸς τοὺς Κορινθίους εἰρημένα, εἰπόντος· Διὰ τί οὐχὶ μᾶλλον ἐπενθήσατε, ἵνα ἐξαρθῇ ἐκ μέσου ὑμῶν ὁ τὸ ἔργον τοῦτο ποιήσας;
Μετάφραση
Διότι ιδού, αφενός ο Άχαρ, όταν έκλεψε τη χρυσή γλώσσα και την ψιλή, προκάλεσε την οργή του Κυρίου σε όλο τον λαό, αν και ο λαός αγνοούσε και αυτόν που είχε αμαρτήσει και το ίδιο το αμάρτημα, μέχρις ότου φανερώθηκε ο προαναφερθείς και υπέστη εκείνον τον φοβερό όλεθρο μαζί με όλους τους δικούς του. Αφετέρου ο Ηλεί, αν και δεν εφησύχασε απέναντι στους υιούς του, οι οποίοι ήταν υιοί διεφθαρμένοι, αλλά πολλές φορές τους νουθέτησε και τους είπε: «Όχι, τέκνα μου, δεν είναι καλά αυτά που ακούω για εσάς», και με εκτενή επιχειρήματα τους κατέδειξε τόσο το άτοπο της αμαρτίας όσο και το αναπόφευκτο της κρίσης, επειδή ωστόσο δεν τους τιμώρησε ολοκληρωτικά, ούτε επέδειξε τον πρέποντα ζήλο εναντίον τους, παρόξυνε σε τέτοιο βαθμό την οργή του Θεού, ώστε και ο λαός εξολοθρεύτηκε μαζί με τους υιούς του, και η ίδια η κιβωτός αιχμαλωτίστηκε από τους αλλοφύλους, και ο ίδιος, εξαιτίας αυτών, βρήκε οικτρό θάνατο. Εάν, λοιπόν, εναντίον εκείνων που δεν υπήρξαν συνένοχοι με τον αμαρτωλό, καθώς και εναντίον εκείνων που προσπάθησαν να εμποδίσουν και στηλίτευσαν το αμάρτημα, ξέσπασε τόσο μεγάλη οργή, τι θα μπορούσε να πει κανείς για όσους γνωρίζουν την αμαρτία και εφησυχάζουν; Οι οποίοι, εάν δεν εφαρμόσουν τα όσα ειπώθηκαν από τον Απόστολο προς τους Κορινθίους, ο οποίος είπε: «Γιατί δεν πενθήσατε μάλλον, ώστε να απομακρυνθεί από ανάμεσά σας εκείνος που έπραξε αυτό το έργο;»
Περισσότερα
Λεπτομέρειες