Ἔλαβον γὰρ (φησὶν) οἱ ἀλλόφυλοι τὴν κιβωτὸν τοῦ Θεοῦ, καὶ εἰσήγαγον αὐτὴν ἐχόμενα Δαγών. Καὶ ὤρθρωσαν οἱ Ἀζώτιοι τῇ ἐπαύριον, καὶ ἰδοὺ Δαγὼν πεπτωκὼς εἰς τὰ ἔμπροσθεν αὐτοῦ, ἐπὶ τὴν γῆν. Οὐκοῦν Δαγὼν μὲν ἦν τὸ ὁρώμενον ἄγαλμα· ὁ δὲ πίπτων ἐπὶ πρόσωπον, ὁ δαίμων, ὁ νικώμενος ὑπὸ τῆς περὶ τὴν κιβωτὸν τοῦ Θεοῦ δόξης· καὶ πίπτων μὲν αὐτὸς ἐπὶ πρόσωπον, συγκαταβάλλων δὲ ἑαυτῷ τὸ χειροποίητον.
Μετάφραση
Διότι έλαβαν, λέγει, οι αλλόφυλοι την κιβωτό του Θεού και την εισήγαγαν δίπλα στον Δαγών. Και όταν σηκώθηκαν νωρίς το πρωί της επόμενης ημέρας οι Αζώτιοι, ιδού, ο Δαγών ήταν πεσμένος προς τα εμπρός πάνω στη γη. Επομένως, ο μεν Δαγών ήταν το ορατό άγαλμα· εκείνος όμως που έπεφτε με το πρόσωπο στο έδαφος ήταν ο δαίμονας, ο οποίος νικιόταν από τη δόξα που περιέβαλλε την κιβωτό του Θεού· και πέφτοντας ο ίδιος με το πρόσωπο, συμπαρέσυρε σε πτώση μαζί του και το χειροποίητο κατασκεύασμα.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες