Οἱ τοῦ θεοῦ προφῆται τὰ μακροῖς ὕστερον χρόνοις μέλλοντα γίνεσθαι θεσπίζοντες οὐκ ἐντεῦθεν εἶχον τὸ γνώρισμα παρὰ τοῖς πλήθεσι τοῦ προφήτας αὐτοὺς εἶναι· οὐ γὰρ ἀφ᾽ ὧν τὰς ἐκβάσεις ἠγνόουν προφήτας αὐτοὺς ἡγοῦντο. ἀφ᾽ ὧν δὲ τὴν πεῖραν ἐκ τῶν παραχρῆμα ἀποτελεσμάτων ἐλάμβανον, ἐκ τούτων ἐν ταῖς τῶν μελλόντων κατεπίστευον προρρήσεσιν. οὕτως οὖν ποτε καὶ ‹περὶ ὄνων› ὁ Σαμουὴλ προὔλεγε τῷ Σαοὺλ καὶ ἄλλος περὶ οὗ βασιλέως νοσηλευομένου καὶ πάλιν ἕτερος τοῦ βασιλέως Ἰσραὴλ θάνατον προαγορεύει. τοῦτο δὲ ἐγίνετο ὡς ἂν μὴ περισπῷτο ὁ λαὸς πόθῳ καὶ λιχνείᾳ προγνώσεων περὶ τὰ τῆς εἰδωλολάτρου πλάνης μαντεῖά τε καὶ χρηστήρια· τοῦ γὰρ αὐτῶν θεοῦ οὐ δι᾽ ἀψύχων ξοάνων, διὰ δὲ τῶν αὐτοῦ προφητῶν τὸ ἱκανὸν αὐτοῖς τῆς τοῦ μέλλοντος γνώσεως παρέχοντος οὐδεὶς αὐτοῖς τῶν ἔξωθεν ἐγίνετο λόγος. ὅθεν καὶ ἐν τοῖς μετὰ χεῖρας ⌜ὁ μὲν βασιλεὺς Ἑζεκίας οἷα θεοφιλὴς ‹εἰς τὸν οἶκον ἀνῄει τοῦ θεοῦ› καὶ τὴν ἀνάγραπτον ἱκετηρίαν ἀνέπεμπε, θεὸς δὲ αὐτῷ ἀποκρίνεται τὸν ἑαυτοῦ προφήτην Ἠσαΐαν ὡς αὐτὸν πέμψας, δεύτερόν τε αὐτῷ τοῦτον ἐκδίδωσι τὸν χρησμόν, ὡς ἄρα εἴη ἀκηκοὼς τῶν τῆς προσευχῆς αὐτοῦ λόγων διδάσκων.⌝ Εἶθ᾽ ὡς πρὸς τὸν Ἀσσύριον πολλὰ καταλαζονευόμενον καὶ ἐπαπειλήσαντα τῷ λαῷ καὶ τῷ τόπῳ τοιοῦτόν τινα λόγον ποιεῖται.
Μετάφραση
Οι προφήτες του Θεού, όταν προανήγγελλαν τα όσα επρόκειτο να συμβούν σε πολύ μεταγενέστερους χρόνους, δεν αναγνωρίζονταν από τα πλήθη ως προφήτες εξαιτίας αυτού· διότι δεν τους θεωρούσαν προφήτες με βάση εκείνα των οποίων την έκβαση αγνοούσαν. Αλλά από τα γεγονότα για τα οποία αποκτούσαν άμεση εμπειρία των αποτελεσμάτων τους, από αυτά αντλούσαν την πεποίθηση για να πιστέψουν και στις προρρήσεις των μελλοντικών. Έτσι λοιπόν κάποτε και ο Σαμουήλ προείπε στον Σαούλ ‹για τα γαϊδούρια›, και κάποιος άλλος για κάποιον βασιλιά που ασθενούσε, και πάλι ένας άλλος προαγγέλλει τον θάνατο του βασιλιά του Ισραήλ. Και αυτό γινόταν ώστε να μην περισπάται ο λαός, από τον πόθο και την ακόρεστη επιθυμία της προγνώσεως, προς τα μαντεία και τα χρηστήρια της ειδωλολατρικής πλάνης· διότι, εφόσον ο Θεός τους παρείχε επαρκώς τη γνώση του μέλλοντος, όχι μέσω άψυχων ξόανων αλλά μέσω των προφητών Του, δεν υπήρχε πλέον κανένας λόγος να καταφεύγουν στα εξωγενή. Εξού και στο προκείμενο κείμενο, ο μεν βασιλιάς Εζεκίας, ως θεοφιλής, ‹ανέβαινε στον οίκο του Θεού› και ανέπεμπε τη γραπτή ικεσία, ο δε Θεός του αποκρίνεται στέλνοντας σε αυτόν τον προφήτη Του, τον Ησαΐα, και του παραδίδει αυτόν τον δεύτερο χρησμό, καθιστώντας του γνωστό ότι εισάκουσε τους λόγους της προσευχής του. Έπειτα, απευθυνόμενος προς τον Ασσύριο, ο οποίος καυχιόταν αλαζονικά και απειλούσε τον λαό και τον τόπο, διατυπώνει τον ακόλουθο λόγο.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες